Η δημόσια συζήτηση για τη δομή και τη λειτουργία του ελληνικού κράτους συχνά εγκλωβίζεται σε θεωρητικά σχήματα, παραγνωρίζοντας την ουσία της υλοποίησης. Σε μια πρόσφατη παρέμβασή του, ο Μιχάλης Σάλλας, ένας άνθρωπος που έχει συνδέσει το όνομά του με τον μετασχηματισμό του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και τη δημιουργία μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, θέτει το δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων. Σύμφωνα με τον κ. Σάλλα, το πρόβλημα της Ελλάδας δεν έγκειται στην ιδέα του «επιτελικού κράτους» αυτή καθ' αυτή, αλλά στην ποιότητα και τα κριτήρια στελέχωσής του.

Η Θεωρία έναντι της Πράξης: Το Χάσμα της Υλοποίησης

Το «επιτελικό κράτος», όπως εισήχθη με τον νόμο 4622/2019, φιλοδοξούσε να αποτελέσει το κέντρο ελέγχου μιας σύγχρονης, αποτελεσματικής και ψηφιοποιημένης διοίκησης. Η ιδέα ήταν η μετατόπιση της εξουσίας από τους δυσκίνητους υπουργικούς γραφειοκρατικούς μηχανισμούς σε μια κεντρική δομή που θα συντονίζει, θα ελέγχει και θα χαράσσει στρατηγική. Ωστόσο, ο Μιχάλης Σάλλας επισημαίνει ότι η θεωρητική αυτή αρτιότητα προσκρούει σε μια παλιά παθογένεια: τη στελέχωση με όρους πολιτικής πίστης αντί για επαγγελματική επάρκεια.

Όπως τονίζει ο ίδιος, αν οι άνθρωποι που καλούνται να λειτουργήσουν αυτόν τον μηχανισμό δεν διαθέτουν την απαραίτητη τεχνοκρατική κατάρτιση, το σύστημα καταλήγει να είναι ένας ακόμη γραφειοκρατικός φραγμός. Η «επιτελικότητα» κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν μηχανισμό συγκέντρωσης εξουσίας χωρίς το αντίστοιχο όφελος στην αποτελεσματικότητα των δημοσίων υπηρεσιών προς τον πολίτη και την επιχείρηση.

Η Έλλειψη Θεσμικών Κριτηρίων και η Τεχνοκρατική Συνέχεια

Ένα από τα κρισιμότερα σημεία της ανάλυσης του κ. Σάλλα είναι η απουσία θεσμικών κριτηρίων που θα διασφαλίζουν τη συνέχεια του κράτους. Στην Ελλάδα, η αλλαγή μιας κυβέρνησης —ή ακόμα και ενός υπουργού— συχνά συνοδεύεται από ένα πλήρες «reset» στη διοικητική πυραμίδα. Αυτό το φαινόμενο της «πολιτικής κινητικότητας» αποτρέπει τη συσσώρευση εμπειρίας και την υλοποίηση μακροπρόθεσμων στρατηγικών πλάνων.

  • Αξιοκρατία: Η ανάγκη για αντικειμενικά συστήματα αξιολόγησης που δεν θα επηρεάζονται από τον πολιτικό κύκλο.
  • Εξειδίκευση: Η στελέχωση κρίσιμων θέσεων από άτομα με αποδεδειγμένη εμπειρία στην αγορά και τη διοίκηση.
  • Συνέχεια: Η δημιουργία ενός σώματος ανώτατων κρατικών λειτουργών που θα παραμένουν στις θέσεις τους ανεξαρτήτως εκλογικού αποτελέσματος.

Ο Μιχάλης Σάλλας υπογραμμίζει ότι σε διεθνές επίπεδο, τα κράτη που διαπρέπουν είναι εκείνα που έχουν καταφέρει να «θωρακίσουν» τη δημόσια διοίκηση από τις κομματικές παρεμβάσεις. Η τεχνοκρατική συνέχεια δεν είναι απλώς μια πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση για την προσέλκυση επενδύσεων και την εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών.

Ο Ρόλος της Τεχνολογίας και της Τεχνητής Νοημοσύνης

Στο πλαίσιο του 2026, η συζήτηση για το επιτελικό κράτος δεν μπορεί να αγνοήσει την επανάσταση της Τεχνητής Νοημοσύνης. Αν το πρόβλημα είναι η «ανθρώπινη αστοχία» στη στελέχωση, η τεχνολογία προσφέρει λύσεις που μπορούν να περιορίσουν τον υποκειμενισμό. Η χρήση AI για την ανάλυση δεδομένων απόδοσης, την αυτοματοποίηση διαδικασιών και την αντικειμενική επιλογή προσωπικού βάσει δεξιοτήτων (skills-based hiring) θα μπορούσε να αποτελέσει τη λύση στο πρόβλημα που θέτει ο κ. Σάλλας.

«Το κράτος δεν είναι ιδεολογία, είναι διαχείριση και αποτέλεσμα. Όταν η διαχείριση γίνεται με όρους παρελθόντος, το αποτέλεσμα θα είναι πάντα κατώτερο των περιστάσεων», σημειώνεται χαρακτηριστικά στην ανάλυση.

Η ψηφιοποίηση του κράτους, αν και έχει προχωρήσει σημαντικά, παραμένει ένα κέλυφος αν δεν συνοδεύεται από μια αλλαγή κουλτούρας στους ανθρώπους που το διοικούν. Η μετάβαση σε ένα «Data-Driven State» απαιτεί στελέχη που κατανοούν την τεχνολογία και μπορούν να λάβουν αποφάσεις βασισμένες σε πραγματικά δεδομένα και όχι σε πολιτικές ισορροπίες.

Συμπεράσματα για το Μέλλον

Η παρέμβαση του Μιχάλη Σάλλα αποτελεί μια υπενθύμιση ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν ολοκληρώνονται με την ψήφιση ενός νόμου. Η πραγματική μεταρρύθμιση ξεκινά από την εφαρμογή. Η Ελλάδα χρειάζεται ένα κράτος που θα λειτουργεί ως επιταχυντής της ανάπτυξης και όχι ως τροχοπέδη. Για να συμβεί αυτό, η επιλογή των «αρίστων» πρέπει να πάψει να είναι ένα επικοινωνιακό σύνθημα και να γίνει μια θεσμική πραγματικότητα, με αυστηρά κριτήρια, διαφάνεια και λογοδοσία. Το «ποιοι» διοικούν είναι τελικά εξίσου σημαντικό με το «πώς» διοικούν.