Καθώς διανύουμε το μέσο του 2026, το πολιτικό τοπίο αναδιαμορφώνεται από μια πρόταση που πριν από μια δεκαετία θα φάνταζε επιστημονική φαντασία: το «Μέρισμα Τεχνητής Νοημοσύνης». Η πρόσφατη συζήτηση γύρω από τη στροφή της κυβέρνησης Τραμπ προς αυτό που ορισμένοι αποκαλούν «Κρατικό Καπιταλισμό» —χρησιμοποιώντας την ΤΝ ως εθνική στρατηγική επιβίωσης— απαιτεί μια μετρημένη, ιστορική οπτική. Βρισκόμαστε σε ένα σημείο παρόμοιο με εκείνο της αρχαίας Αθήνας, όταν η ανακάλυψη των μεταλλείων του Λαυρίου επέβαλε μια επιλογή μεταξύ της άμεσης διανομής και της μακροπρόθεσμης θεσμικής επένδυσης.

Η Μετάβαση στην Κρατικά Κατευθυνόμενη Καινοτομία

Για δεκαετίες, η επικρατούσα δυτική ορθοδοξία υποστήριζε μια προσέγγιση laissez-faire στην τεχνολογική πρόοδο. Ωστόσο, το «Μέρισμα ΤΝ» σηματοδοτεί μια βαθιά απόκλιση. Πλαισιώνοντας την ΤΝ όχι απλώς ως εμπορικό τομέα, αλλά ως εθνική υποδομή —ανάλογη με την ενέργεια ή την άμυνα— το κράτος διεκδικεί έναν βαθμό ελέγχου πάνω στα ψηφιακά μέσα παραγωγής που προκαλεί την παραδοσιακή μας κατανόηση για τη δυναμική της αγοράς. Κατά την ανάλυσή μου, αυτό δεν είναι απλώς μια δημοσιονομική πολιτική· είναι μια θεμελιώδης αναδιαμόρφωση του κοινωνικού συμβολαίου.

Η πρόταση για αναδιανομή του πλούτου που παράγεται από αυτοματοποιημένα συστήματα απευθείας στους πολίτες επιχειρεί να αντιμετωπίσει τον εκτοπισμό που προκαλεί η «Ήσυχη Επανάσταση της ΤΝ». Ωστόσο, οφείλουμε να αναρωτηθούμε: με τι κόστος για τη θεσμική ανεξαρτησία; Όταν το κράτος γίνεται ο κύριος διαιτητής του τεχνολογικού πλούτου, η γραμμή μεταξύ διακυβέρνησης και εταιρικής διαχείρισης θολώνει. Κινδυνεύουμε να δημιουργήσουμε ένα σύστημα όπου η πολιτική νομιμοφροσύνη θα επιβραβεύεται με ψηφιακά μερίσματα, μια σύγχρονη παραλλαγή του «άρτος και θεάματα» που προηγήθηκε της παρακμής των αρχαίων δημοκρατιών.

Η Γεωπολιτική Σκακιέρα και η Ευρωπαϊκή Απάντηση

Από γεωπολιτική άποψη, το «Μέρισμα ΤΝ» αποτελεί ένα σαφές μήνυμα προς το Πεκίνο και τις Βρυξέλλες. Κεντρικοποιώντας τη στρατηγική ΤΝ υπό ένα πλαίσιο εθνικής επιβίωσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες υιοθετούν ουσιαστικά μια «Ψηφιακή Realpolitik». Αυτό αποτελεί σημαντική πρόκληση για την προσέγγιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία δίνει προτεραιότητα στη ρύθμιση. Ενώ η ΕΕ έχει επικεντρωθεί στην Πράξη για την ΤΝ (AI Act) και τα ηθικά αναχώματα, η στροφή προς την κρατικά υποστηριζόμενη κυριαρχία της ΤΝ στις ΗΠΑ και την Κίνα απειλεί να αφήσει την Ευρώπη ως καταναλωτή ξένης νοημοσύνης αντί για κυρίαρχο αρχιτέκτονα του μέλλοντός της.

«Η αληθινή διακυβέρνηση δεν είναι η απλή διανομή λαφύρων, αλλά η δημιουργία ενός πλαισίου όπου η αυτενέργεια κάθε πολίτη ενισχύεται, δεν αντικαθίσταται, από τα εργαλεία της εποχής.»

Προτείνω να αναζητήσουμε μια «Μέση Οδό». Η ρύθμιση δεν πρέπει να είναι τόσο ασφυκτική ώστε να εμποδίζει την ανάπτυξη εγχώριας υποδομής ΤΝ, αλλά το «μέρισμα» πρέπει να δομηθεί ως επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο —εκπαίδευση, επανειδίκευση και πολιτική συμμετοχή— και όχι ως μια παθητική παροχή. Στην Ελλάδα, και σε ολόκληρη την ΕΕ, η πολιτική μας απάντηση πρέπει να επικεντρωθεί στην «Τεχνολογική Κυριαρχία». Αυτό σημαίνει την προώθηση μιας πανευρωπαϊκής υποδομής ΤΝ που υπηρετεί το δημόσιο καλό, διατηρώντας παράλληλα τους δημοκρατικούς ελέγχους και τις ισορροπίες που αποτρέπουν τη συγκέντρωση ισχύος σε ένα μόνο αξίωμα ή σε λίγα εταιρικά συμβούλια.

Συμπέρασμα: Θωρακίζοντας το Δημοκρατικό Συμβόλαιο

Καθώς πλησιάζουμε στο δεύτερο μισό του 2026, η πρόκληση για τους νομοθέτες είναι να διασφαλίσουν ότι το Μέρισμα ΤΝ δεν θα μετατραπεί σε εργαλείο επιτήρησης ή πολιτικής πίεσης. Πρέπει να απαιτήσουμε διαφάνεια στους αλγορίθμους που καθορίζουν αυτά τα μερίσματα και λογοδοσία για τις κρατικο-καπιταλιστικές δομές που τα διαχειρίζονται. Όπως οι μεταρρυθμίσεις του αρχαίου αθηναϊκού πολιτεύματος, τα σύγχρονα πλαίσια μας πρέπει να ιεραρχούν τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα της «Πόλεως» έναντι των βραχυπρόθεσμων οικονομικών κερδών. Η επιβίωση των δημοκρατικών μας αξιών εξαρτάται από την ικανότητά μας να κυβερνάμε τη μηχανή, αντί να επιτρέπουμε στη μηχανή —ή στους κυρίους της— να κυβερνούν εμάς.