Η αντίστροφη μέτρηση για την 90ή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ) έχει ήδη ξεκινήσει, αλλά το κλίμα στο Μέγαρο Μαξίμου και το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας διαφέρει σημαντικά από τις παλαιότερες, πιο «γενναιόδωρες» εποχές. Με την ημερομηνία να δείχνει Ιούνιο του 2026, η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Παρά τους ρυθμούς ανάπτυξης που παραμένουν πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, το νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο επιβάλλει μια σιδηρά πειθαρχία που δεν αφήνει περιθώρια για τις παραδοσιακές προεκλογικού τύπου υποσχέσεις. Το «ταβάνι» των 1 δισεκατομμυρίου ευρώ για το πακέτο εξαγγελιών του Πρωθυπουργού δεν είναι απλώς ένας αριθμός, αλλά το σύμβολο μιας νέας κανονικότητας.

Το Νέο Ευρωπαϊκό Πλαίσιο και ο «Κόφτης» των Δαπανών

Η βασική διαφορά σε σχέση με το παρελθόν έγκειται στη μετάβαση από τον έλεγχο του ελλείμματος στον έλεγχο των καθαρών πρωτογενών δαπανών. Σύμφωνα με τους νέους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ελλάδα υποχρεούται να τηρεί ένα αυστηρό όριο στην αύξηση των κρατικών δαπανών, το οποίο για το 2027 και μετά αναμένεται να κλειδώσει κοντά στο 3%. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν τα έσοδα από τον τουρισμό ή την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής υπερβούν τις προσδοκίες, το πλεόνασμα δεν μπορεί να διοχετευθεί ελεύθερα στην κατανάλωση ή σε επιδόματα, αλλά πρέπει να κατευθυνθεί στην αποπληρωμή του χρέους ή να αποταμιευτεί.

Η κυβέρνηση αναζητά τώρα αυτό που οι τεχνοκράτες αποκαλούν «δημοσιονομικό χώρο». Αυτός ο χώρος δεν δημιουργείται πλέον από το «εκτύπωση χρήματος», αλλά από τη δομική αναμόρφωση της οικονομίας. Η επιτυχής διασύνδεση των POS με τις ταμειακές μηχανές και η επέκταση των ηλεκτρονικών τιμολογίων έχουν αποδώσει καρπούς, προσφέροντας μια σταθερή ροή εσόδων που επιτρέπει στοχευμένες παρεμβάσεις. Ωστόσο, η Αθήνα πρέπει να πείσει την Κομισιόν ότι οι όποιες παροχές δεν θα διαταράξουν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους.

Στέγαση και Δημογραφικό: Οι Πυλώνες της Επόμενης Τετραετίας

Αν το 1 δισεκατομμύριο ευρώ είναι το όριο, το ερώτημα είναι πού θα κατευθυνθεί. Οι πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι η κυβέρνηση θα δώσει προτεραιότητα σε δύο «ανοιχτές πληγές» της ελληνικής κοινωνίας: το στεγαστικό πρόβλημα και τη δημογραφική κατάρρευση. Το πρόγραμμα «Σπίτι Μου 2» αναμένεται να αποτελέσει τη ναυαρχίδα των εξαγγελιών στη ΔΕΘ, με διευρυμένα εισοδηματικά κριτήρια και χαμηλότοκα δάνεια για χιλιάδες νέα ζευγάρια. Η κρίση των ενοικίων έχει μετατραπεί σε μείζον πολιτικό ζήτημα, και η κυβέρνηση γνωρίζει ότι χωρίς δραστική παρέμβαση, η κοινωνική δυσαρέσκεια θα διογκωθεί.

  • Επέκταση του επιδόματος γέννησης και φορολογικές ελαφρύνσεις για οικογένειες με παιδιά.
  • Κίνητρα για την ανακαίνιση κλειστών διαμερισμάτων προκειμένου να διατεθούν στη μακροχρόνια μίσθωση.
  • Περαιτέρω μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 0,5% έως 1%, με στόχο την τόνωση του διαθέσιμου εισοδήματος των μισθωτών.

Αυτές οι κινήσεις δεν έχουν μόνο κοινωνικό χαρακτήρα αλλά και αναπτυξιακό. Η μείωση του μη μισθολογικού κόστους θεωρείται απαραίτητη για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων σε ένα διεθνές περιβάλλον που παραμένει ασταθές λόγω των γεωπολιτικών εντάσεων στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή.

Η Πρόκληση της Φοροδιαφυγής και οι Μεταρρυθμίσεις

Για να βρεθεί ο απαραίτητος χώρος για τις παραπάνω δράσεις, το οικονομικό επιτελείο ποντάρει πολλά στην περαιτέρω μείωση του «κενού ΦΠΑ». Η Ελλάδα έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο, αλλά παραμένει πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η ψηφιοποίηση των ελέγχων από την ΑΑΔΕ και η χρήση τεχνητής νοημοσύνης για τον εντοπισμό ύποπτων συναλλαγών αποτελούν τα νέα όπλα στη φαρέτρα της κυβέρνησης.

«Δεν υποσχόμαστε χρήματα που δεν έχουμε. Κάθε ευρώ που επιστρέφει στην κοινωνία είναι προϊόν της ανάπτυξης και της πάταξης της φοροδιαφυγής»,

αναφέρουν κυβερνητικές πηγές, θέλοντας να στείλουν ένα μήνυμα σοβαρότητας στις αγορές. Η επενδυτική βαθμίδα, την οποία η χώρα ανέκτησε με κόπο, λειτουργεί ως ένας αόρατος αλλά πανίσχυρος επόπτης. Οποιαδήποτε παρέκκλιση από τη δημοσιονομική σοβαρότητα θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση του κόστους δανεισμού, ακυρώνοντας τα οφέλη της ανάπτυξης.

Συμπερασματικά, η ΔΕΘ του 2026 δεν θα είναι μια έκθεση υποσχέσεων, αλλά μια άσκηση ρεαλισμού. Η κυβέρνηση καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να παράγει κοινωνική πολιτική μέσα σε ένα στενό δημοσιονομικό κοστούμι, μετατρέποντας τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις σε απτά οφέλη για την καθημερινότητα των πολιτών. Η επιτυχία αυτού του εγχειρήματος θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό την πολιτική κυριαρχία της παράταξης στην πορεία προς τις επόμενες κάλπες.