Σε μια εποχή όπου η παγκόσμια οικονομία μετασχηματίζεται με καταιγιστικούς ρυθμούς, η ελληνική επιχειρηματικότητα βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Ο Γιώργος Δουκίδης, Καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και μια από τις πλέον σημαίνουσες φωνές στον τομέα του ηλεκτρονικού επιχειρείν στην Ελλάδα, θέτει το ζήτημα της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) όχι απλώς ως μια τεχνολογική πολυτέλεια, αλλά ως έναν επιτακτικό «πολλαπλασιαστή παραγωγικότητας» για τις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις (ΜμΕ).

Οι ελληνικές ΜμΕ, οι οποίες αποτελούν τη «ραχοκοκαλιά» της εθνικής οικονομίας αντιπροσωπεύοντας πάνω από το 99% των επιχειρήσεων, αντιμετωπίζουν διαχρονικά προβλήματα χαμηλής παραγωγικότητας σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σύμφωνα με τον κ. Δουκίδη, η ΤΝ προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία για την υπέρβαση αυτών των δομικών αδυναμιών, επιτρέποντας σε μικρά σχήματα να εκτελούν εργασίες που παλαιότερα απαιτούσαν τεράστιους πόρους και εξειδικευμένο προσωπικό.

Η Δημοκρατικοποίηση της Τεχνολογίας

Ένα από τα κεντρικά σημεία της ανάλυσης του καθηγητή είναι η «δημοκρατικοποίηση» που φέρνει η Γεννητική Τεχνητή Νοημοσύνη (Generative AI). Σε αντίθεση με προηγούμενα κύματα ψηφιακού μετασχηματισμού που απαιτούσαν βαριές επενδύσεις σε υποδομές και λογισμικό, τα σύγχρονα εργαλεία ΤΝ είναι συχνά προσβάσιμα μέσω απλών συνδρομητικών μοντέλων (SaaS). Αυτό σημαίνει ότι ένα τοπικό λογιστικό γραφείο ή μια μικρή εξαγωγική μονάδα στην επαρχία μπορεί να χρησιμοποιήσει τα ίδια εργαλεία ανάλυσης δεδομένων και αυτοματοποίησης με έναν πολυεθνικό κολοσσό.

Ο κ. Δουκίδης υπογραμμίζει ότι η παραγωγικότητα δεν αφορά μόνο την ταχύτητα, αλλά την ποιότητα των αποφάσεων. Η ΤΝ μπορεί να βοηθήσει τις ΜμΕ στην πρόβλεψη της ζήτησης, στη βελτιστοποίηση των αποθεμάτων και στην εξατομικευμένη εξυπηρέτηση πελατών, τομείς όπου οι παραδοσιακές μέθοδοι συχνά αποτυγχάνουν λόγω έλλειψης χρόνου και δεδομένων.

Τα Εμπόδια: Από την Κουλτούρα στις Δεξιότητες

Παρά τις προοπτικές, η υιοθέτηση της ΤΝ στην Ελλάδα προσκρούει σε σημαντικά εμπόδια. Το πρώτο είναι το «χάσμα δεξιοτήτων». Δεν αρκεί η αγορά ενός λογισμικού· απαιτείται η ικανότητα των εργαζομένων και των ιδιοκτητών να αλληλεπιδρούν με αυτά τα συστήματα. Ο καθηγητής επισημαίνει την ανάγκη για επανεκπαίδευση (reskilling) και αναβάθμιση δεξιοτήτων (upskilling) του ανθρώπινου δυναμικού.

Επιπλέον, υπάρχει το ζήτημα της επιχειρηματικής κουλτούρας. Πολλές ελληνικές επιχειρήσεις παραμένουν εγκλωβισμένες σε παραδοσιακά μοντέλα λειτουργίας, φοβούμενες το κόστος ή την πολυπλοκότητα της αλλαγής. Ωστόσο, ο κ. Δουκίδης προειδοποιεί ότι η αδράνεια είναι πλέον ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Στο νέο ψηφιακό περιβάλλον, οι επιχειρήσεις που δεν θα ενσωματώσουν την ΤΝ κινδυνεύουν να τεθούν εκτός αγοράς από πιο ευέλικτους και τεχνολογικά προηγμένους ανταγωνιστές, εγχώριους και διεθνείς.

Ο Ρόλος του Κράτους και των Χρηματοδοτικών Εργαλείων

Για να επιτευχθεί η μαζική μετάβαση των ΜμΕ στην εποχή της ΤΝ, ο ρόλος της πολιτείας είναι καθοριστικός. Προγράμματα όπως το «Ψηφιακός Μετασχηματισμός ΜμΕ» μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης αποτελούν ένα πρώτο βήμα, αλλά απαιτείται μια πιο στοχευμένη στρατηγική. Ο κ. Δουκίδης προτείνει τη δημιουργία οικοσυστημάτων υποστήριξης, όπου πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και επιχειρήσεις θα συνεργάζονται για την ανάπτυξη εφαρμοσμένων λύσεων ΤΝ προσαρμοσμένων στις ανάγκες της ελληνικής αγοράς.

«Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι απλώς ένα εργαλείο αυτοματισμού, είναι ένας στρατηγικός εταίρος που μπορεί να αναβαθμίσει το ελληνικό επιχειρείν σε παγκόσμιο επίπεδο», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Συμπερασματικά, η παρέμβαση του Γιώργου Δουκίδη αναδεικνύει ότι η ΤΝ είναι ο «μεγάλος εξισωτής». Για την Ελλάδα, η επιτυχής ενσωμάτωσή της στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν είναι μόνο οικονομικό ζήτημα, αλλά ζήτημα εθνικής ανταγωνιστικότητας και κοινωνικής ευημερίας στην αυγή της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης.