Σε μια κίνηση που αναμένεται να προκαλέσει τριγμούς στην ήδη εύθραυστη αρχιτεκτονική της διεθνούς διπλωματίας και του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, η Ουάσιγκτον φαίνεται να προετοιμάζει το έδαφος για μια ριζική επανεκτίμηση της διαχείρισης των παγωμένων περιουσιακών στοιχείων του Ιράν. Σύμφωνα με πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας, ο Αμερικανός Υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, έχει δώσει σαφείς οδηγίες στους επιτελείς του να χαρτογραφήσουν το ύψος των ιρανικών κεφαλαίων που παραμένουν εγκλωβισμένα σε διεθνείς λογαριασμούς, με σκοπό τη δυνητική χρήση τους για την καταβολή αποζημιώσεων και τη χρηματοδότηση έργων αποκατάστασης σε συμμαχικές χώρες του Κόλπου.

Η Στρατηγική της «Οικονομικής Ανταπόδοσης»

Η πρωτοβουλία αυτή δεν αποτελεί απλώς μια λογιστική άσκηση, αλλά μια βαθιά πολιτική πράξη που επιδιώκει να συνδέσει την ευθύνη ενός κράτους για τις περιφερειακές του δράσεις με το εθνικό του πλούτο που βρίσκεται εκτός συνόρων. Επί δεκαετίες, η δέσμευση κεφαλαίων αποτελούσε το έσχατο μέσο πίεσης για τη συμμόρφωση σε διεθνείς συνθήκες ή τον περιορισμό εξοπλιστικών προγραμμάτων. Ωστόσο, η μετάβαση από το «πάγωμα» στην «κατάσχεση και αναδιανομή» σηματοδοτεί μια νέα εποχή στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής μέσω του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ.

Το σκεπτικό πίσω από την πρόταση Μπέσεντ εδράζεται στην ανάγκη στήριξης των στρατηγικών εταίρων των ΗΠΑ στην περιοχή, όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, οι οποίοι έχουν υποστεί σημαντικές οικονομικές και υποδομικές ζημιές από επιθέσεις που η Ουάσιγκτον αποδίδει άμεσα ή έμμεσα στην Τεχεράνη. Από τις επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια στα Στενά του Ορμούζ μέχρι την υποστήριξη των ανταρτών Χούθι στην Υεμένη, το κόστος για την ασφάλεια και την εμπορική σταθερότητα στον Κόλπο είναι δυσθεώρητο.

Νομικά Εμπόδια και η Σκιά των Ρωσικών Κεφαλαίων

Η συζήτηση για τα ιρανικά κεφάλαια δεν διεξάγεται σε κενό αέρος. Έρχεται ως συνέχεια της έντονης αντιπαράθεσης στη Δύση σχετικά με τη χρήση των παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων για την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας. Το νομικό δόγμα της «κρατικής ετεροδικίας» (sovereign immunity) αποτελεί το κύριο ανάχωμα σε τέτοιες ενέργειες. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η παραβίαση αυτής της αρχής θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα «φαινόμενο του ντόμινο», όπου κράτη θα αποσύρουν τα αποθέματά τους από το δολάριο και το ευρώ, φοβούμενα ότι οι πολιτικές διαφωνίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε οικονομική δήμευση.

Ωστόσο, οι υποστηρικτές της κίνησης Μπέσεντ υπογραμμίζουν ότι η έννοια της «συλλογικής αυτοάμυνας» στον οικονομικό τομέα πρέπει να εκσυγχρονιστεί. Αν ένα κράτος χρησιμοποιεί τους πόρους του για να αποσταθεροποιήσει τη διεθνή ναυσιπλοΐα και την ενεργειακή ασφάλεια, τότε το διεθνές δίκαιο πρέπει να παρέχει εργαλεία για την άμεση αποκατάσταση των θυμάτων από τους ίδιους αυτούς πόρους.

Γεωπολιτικές Επιπτώσεις και η Αντίδραση της Τεχεράνης

Η αντίδραση του Ιράν αναμένεται να είναι σφοδρή. Η Τεχεράνη έχει ήδη προειδοποιήσει ότι οποιαδήποτε απόπειρα αγγίγματος των κεφαλαίων της θα θεωρηθεί «κρατική πειρατεία». Η κλιμάκωση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε αντίποινα στον κυβερνοχώρο, περαιτέρω παρενόχληση της ναυσιπλοΐας ή ακόμα και την οριστική αποχώρηση από οποιαδήποτε διπλωματική προσπάθεια για τον έλεγχο του πυρηνικού της προγράμματος. Επιπλέον, η κίνηση αυτή ενδέχεται να φέρει σε δύσκολη θέση ορισμένους Ευρωπαίους συμμάχους, οι οποίοι, αν και συμμερίζονται τις ανησυχίες για τη συμπεριφορά του Ιράν, φοβούνται τη διάβρωση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Στον Κόλπο, η υποδοχή της είδησης είναι μεικτή. Ενώ οι κυβερνήσεις επιθυμούν αποζημιώσεις, υπάρχει ο φόβος ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να πυροδοτήσει έναν νέο κύκλο βίας στην περιοχή, ακριβώς τη στιγμή που γίνονται προσπάθειες για μια εύθραυστη προσέγγιση μέσω περιφερειακών διαλόγων. Η Ουάσιγκτον, πάντως, φαίνεται αποφασισμένη να χρησιμοποιήσει το οικονομικό της οπλοστάσιο ως μέσο αποτροπής, στέλνοντας ένα μήνυμα ότι το κόστος της αποσταθεροποίησης θα πληρώνεται πλέον τοις μετρητοίς.

Συμπεράσματα για το Μέλλον

Η υπόθεση των ιρανικών κεφαλαίων αποτελεί ένα κρίσιμο τεστ για την παγκόσμια τάξη πραγμάτων. Αν η Ουάσιγκτον προχωρήσει, θα έχει δημιουργήσει ένα προηγούμενο που θα αλλάξει για πάντα τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη αντιλαμβάνονται την ασφάλεια των συναλλαγματικών τους αποθεμάτων. Σε έναν κόσμο που κινείται προς την πολυπολικότητα, η μετατροπή του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε πεδίο μάχης μπορεί να επιταχύνει τη δημιουργία εναλλακτικών οικονομικών συνασπισμών, μακριά από τη σφαίρα επιρροής του δολαρίου. Το ερώτημα που παραμένει είναι αν το βραχυπρόθεσμο κέρδος της αποζημίωσης των συμμάχων αξίζει το μακροπρόθεσμο ρίσκο της συστημικής αστάθειας.