Η γεωπολιτική σκακιέρα της Μέσης Ανατολής βρίσκεται για άλλη μια φορά σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής, καθώς οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν μοιάζουν με έναν λαβύρινθο χωρίς ορατή έξοδο. Παρά τις κατά καιρούς προσπάθειες για «αποκλιμάκωση» ή «ανεπίσημες συνεννοήσεις», ο πυρήνας των διαφωνιών παραμένει αμετακίνητος, συνθέτοντας ένα παζλ όπου κάθε κομμάτι —από το επίπεδο εμπλουτισμού ουρανίου μέχρι την ασφάλεια στο Στενό του Ορμούζ— φαίνεται να μην ταιριάζει με το άλλο.
Το Πυρηνικό Κατώφλι και η Σκιά της Βόμβας
Το σημαντικότερο αγκάθι στις σχέσεις των δύο πλευρών παραμένει το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία JCPOA το 2018, το Ιράν έχει προχωρήσει σε επίπεδα εμπλουτισμού ουρανίου που αγγίζουν το 60%, μια ανάσα από το 90% που απαιτείται για την κατασκευή πυρηνικού όπλου. Η διεθνής κοινότητα, και κυρίως η Ουάσινγκτον, βλέπει αυτή την εξέλιξη ως μια υπαρξιακή απειλή για την περιφερειακή σταθερότητα.
Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι το πρόγραμμά της είναι αποκλειστικά ειρηνικό, αλλά χρησιμοποιεί την τεχνολογική της πρόοδο ως μοχλό πίεσης. Οι διαπραγματεύσεις κολλάνε στο ερώτημα: Ποιος θα κάνει το πρώτο βήμα; Οι ΗΠΑ ζητούν πλήρη συμμόρφωση και επιστροφή των επιθεωρητών της IAEA, ενώ το Ιράν απαιτεί εγγυήσεις ότι μια μελλοντική αμερικανική κυβέρνηση δεν θα ακυρώσει ξανά τη συμφωνία μονομερώς — μια εγγύηση που ο Λευκός Οίκος αδυνατεί νομικά και πολιτικά να δώσει.
Οικονομικός Πόλεμος και το Τείχος των Κυρώσεων
Το δεύτερο μεγάλο κεφάλαιο είναι οι κυρώσεις. Η πολιτική της «μέγιστης πίεσης» που ξεκίνησε επί Τραμπ και συνεχίστηκε σε μεγάλο βαθμό από τη διοίκηση Μπάιντεν, έχει γονατίσει την ιρανική οικονομία, αλλά δεν έχει καταφέρει να αλλάξει τη συμπεριφορά του καθεστώτος. Το Ιράν απαιτεί την πλήρη άρση των κυρώσεων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν την τρομοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, προκειμένου να επιστρέψει στο τραπέζι των συνομιλιών.
Ωστόσο, για την Ουάσινγκτον, οι κυρώσεις είναι το μοναδικό «χαρτί» που της έχει απομείνει. Η απελευθέρωση δεσμευμένων πόρων δισεκατομμυρίων δολαρίων αποτελεί κόκκινο πανί για το Κογκρέσο, ειδικά σε μια περίοδο που το Ιράν κατηγορείται για την παροχή drones στη Ρωσία και τη στήριξη πληρεξουσίων (proxies) σε όλη την περιοχή, από τη Χεζμπολάχ μέχρι τους Χούθι.
Το Στενό του Ορμούζ: Η Ενεργειακή «Αχίλλειος Πτέρνα»
Η γεωγραφία παίζει τον δικό της καθοριστικό ρόλο. Το Στενό του Ορμούζ, από όπου διέρχεται το ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου, αποτελεί το απόλυτο όπλο γεωπολιτικού εκβιασμού. Οι πρόσφατες εντάσεις και οι κατασχέσεις δεξαμενόπλοιων έχουν δείξει ότι το Ιράν είναι πρόθυμο να «εργαλειοποιήσει» τη ναυσιπλοΐα για να απαντήσει στις οικονομικές πιέσεις.
- Η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών είναι ζωτικής σημασίας για την παγκόσμια οικονομία.
- Κάθε επεισόδιο στο Ορμούζ προκαλεί άμεση άνοδο στις τιμές της ενέργειας.
- Η παρουσία του αμερικανικού ναυτικού στην περιοχή λειτουργεί ως αποτρεπτικός παράγοντας, αλλά αυξάνει τον κίνδυνο ενός ατυχήματος που θα μπορούσε να οδηγήσει σε γενικευμένη σύρραξη.
Η σύνδεση του πυρηνικού ζητήματος με την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας καθιστά τη συμφωνία ακόμα πιο δύσκολη, καθώς οι ΗΠΑ επιδιώκουν μια «ευρύτερη και ισχυρότερη» συμφωνία που θα περιλαμβάνει και το βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν, κάτι που η Τεχεράνη αρνείται κατηγορηματικά να συζητήσει.
Η Εμπλοκή των Περιφερειακών Δυνάμεων
Τέλος, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τον ρόλο του Ισραήλ και των αραβικών κρατών του Κόλπου. Το Ισραήλ θεωρεί οποιαδήποτε συμφωνία που επιτρέπει στο Ιράν να διατηρήσει υποδομές εμπλουτισμού ως ιστορικό λάθος και διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς δράσης. Από την άλλη, η Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ, αν και έχουν ξεκινήσει μια δική τους διαδικασία προσέγγισης με την Τεχεράνη, παραμένουν καχύποπτοι για τις ηγεμονικές βλέψεις του Ιράν.
Συμπερασματικά, το παζλ των διαφωνιών ΗΠΑ-Ιράν δεν είναι απλώς μια τεχνική διαφορά πάνω σε ποσοστά ουρανίου. Είναι μια βαθιά σύγκρουση οραμάτων για την αρχιτεκτονική ασφαλείας της Μέσης Ανατολής. Όσο η αμοιβαία δυσπιστία κυριαρχεί και οι εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες και στις δύο χώρες εμποδίζουν τους συμβιβασμούς, η πιθανότητα μιας συνολικής συμφωνίας παραμένει χαμηλή, αφήνοντας την περιοχή σε μια κατάσταση διαρκούς και επικίνδυνης αναμονής.