Η γεωπολιτική θερμοκρασία στη Μέση Ανατολή ανεβαίνει για άλλη μια φορά, καθώς ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου επαναλαμβάνει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο τη δέσμευσή του: το Ιράν δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικά όπλα όσο εκείνος βρίσκεται στο τιμόνι της χώρας. Η δήλωση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια πολιτική υπόσχεση, αλλά μια στρατηγική δέσμευση που καθορίζει την εξωτερική πολιτική του Ισραήλ εδώ και δεκαετίες. Εν μέσω έντονης φημολογίας για μια επικείμενη «σιωπηρή» ή «περιορισμένη» συμφωνία μεταξύ της Ουάσιγκτον και της Τεχεράνης, ο Νετανιάχου επιδιώκει να στείλει ένα σαφές μήνυμα τόσο στους συμμάχους όσο και στους εχθρούς του: το Ισραήλ διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς δράσης.
Η Στρατηγική της «Μηδενικής Ανοχής»
Για το Ισραήλ, ένα πυρηνικό Ιράν δεν αποτελεί απλώς μια περιφερειακή απειλή, αλλά μια υπαρξιακή πρόκληση. Ο Νετανιάχου έχει οικοδομήσει μεγάλο μέρος της πολιτικής του καριέρας πάνω στην προειδοποίηση για τους κινδύνους του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Σύμφωνα με την ισραηλινή οπτική, η Τεχεράνη δεν επιδιώκει την πυρηνική ενέργεια για ειρηνικούς σκοπούς, αλλά ως μέσο επιβολής της ηγεμονίας της στην περιοχή και, τελικά, ως εργαλείο για την καταστροφή του εβραϊκού κράτους. Η ρητορική του Ιρανού ηγέτη Αλί Χαμενεΐ, ο οποίος συχνά αναφέρεται στο Ισραήλ ως «καρκίνωμα», ενισχύει αυτούς τους φόβους.
Η στάση του Νετανιάχου βασίζεται στο λεγόμενο «Δόγμα Μπέγκιν», το οποίο ορίζει ότι το Ισραήλ δεν θα επιτρέψει σε κανένα εχθρικό κράτος στην περιοχή να αποκτήσει όπλα μαζικής καταστροφής. Αυτό το δόγμα εφαρμόστηκε στην πράξη το 1981 με τον βομβαρδισμό του αντιδραστήρα Οσιράκ στο Ιράκ και το 2007 με την καταστροφή των πυρηνικών εγκαταστάσεων της Συρίας στο Αλ-Κιμπάρ. Σήμερα, η πρόκληση είναι πολύ πιο σύνθετη, καθώς οι ιρανικές εγκαταστάσεις είναι διασκορπισμένες, βαθιά θαμμένες κάτω από το έδαφος και προστατεύονται από προηγμένα συστήματα αεράμυνας.
Η Διάσταση με την Ουάσιγκτον
Παρά τη στενή στρατηγική συμμαχία μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ, οι δύο χώρες συχνά διαφωνούν ως προς την τακτική που πρέπει να ακολουθηθεί έναντι του Ιράν. Η κυβέρνηση Μπάιντεν, αν και επισήμως δεσμευμένη στην αποτροπή ενός πυρηνικού Ιράν, προτιμά τη διπλωματική οδό. Οι πληροφορίες για μια «μίνι συμφωνία» που θα περιλαμβάνει το πάγωμα του εμπλουτισμού ουρανίου από το Ιράν με αντάλλαγμα την αποδέσμευση δισεκατομμυρίων δολαρίων από παγωμένα κεφάλαια, προκαλούν έντονη νευρικότητα στην Ιερουσαλήμ. Ο Νετανιάχου υποστηρίζει ότι τέτοιες συμφωνίες προσφέρουν μόνο προσωρινή ανακούφιση, ενώ ταυτόχρονα χρηματοδοτούν τις αποσταθεροποιητικές δραστηριότητες του Ιράν μέσω των πληρεξουσίων του (proxies), όπως η Χεζμπολάχ και η Χαμάς.
- Το Ισραήλ φοβάται ότι μια μερική συμφωνία θα νομιμοποιήσει το καθεστώς της Τεχεράνης.
- Η Ουάσιγκτον επιδιώκει τη σταθερότητα για να επικεντρωθεί στην Κίνα και την Ουκρανία.
- Οι μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ (Μοσάντ) συνεχίζουν τις επιχειρήσεις δολιοφθοράς εντός του Ιράν.
Η κριτική του Νετανιάχου δεν περιορίζεται μόνο στο περιεχόμενο της συμφωνίας, αλλά και στη διαδικασία. Θεωρεί ότι οποιαδήποτε χαλάρωση των κυρώσεων χωρίς την πλήρη διάλυση των υποδομών εμπλουτισμού είναι «ιστορικό λάθος». Από την άλλη πλευρά, Αμερικανοί αξιωματούχοι επισημαίνουν ότι μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία JCPOA το 2018 (μια κίνηση που χαιρέτισε ο Νετανιάχου), το Ιράν έχει πλησιάσει περισσότερο από ποτέ στην παραγωγή σχάσιμου υλικού για βόμβα, γεγονός που αποδεικνύει την αποτυχία της πολιτικής της «μέγιστης πίεσης».
Εσωτερική Πολιτική και Γεωπολιτική Ισορροπία
Δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει το γεγονός ότι ο Νετανιάχου αντιμετωπίζει σοβαρές εσωτερικές προκλήσεις στο Ισραήλ, με τις μαζικές διαδηλώσεις κατά της δικαστικής μεταρρύθμισης να έχουν διχάσει τη χώρα. Η εστίαση στην «ιρανική απειλή» λειτουργεί συχνά ως ενοποιητικός παράγοντας για την ισραηλινή κοινωνία και ως μέσο για να μετατοπιστεί η δημόσια συζήτηση από τα εσωτερικά προβλήματα στην εθνική ασφάλεια. Ωστόσο, η απειλή είναι πραγματική και οι στρατιωτικοί ηγέτες του Ισραήλ προειδοποιούν ότι ο χρόνος τελειώνει.
«Καμία συμφωνία με το Ιράν δεν θα δεσμεύσει το Ισραήλ. Θα συνεχίσουμε να κάνουμε ό,τι είναι απαραίτητο για να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας», δήλωσε πρόσφατα ο Νετανιάχου ενώπιον της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων και Άμυνας της Κνεσέτ.
Το ερώτημα που παραμένει είναι αν το Ισραήλ διαθέτει όντως τη δυνατότητα να καταφέρει ένα καίριο πλήγμα στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα χωρίς την άμεση υποστήριξη των ΗΠΑ. Ενώ η ισραηλινή αεροπορία έχει εντείνει τις ασκήσεις της για επιθέσεις μεγάλης εμβέλειας, μια τέτοια ενέργεια θα μπορούσε να πυροδοτήσει έναν ολοκληρωτικό περιφερειακό πόλεμο. Η Τεχεράνη έχει απειλήσει με αντίποινα που θα περιλαμβάνουν χιλιάδες πυραύλους από τον Λίβανο, τη Γάζα και το ίδιο το Ιράν, στοχεύοντας ισραηλινές πόλεις και υποδομές.
Το Μέλλον της Σύγκρουσης
Καθώς οδεύουμε προς το δεύτερο μισό του 2026, η κατάσταση παραμένει ρευστή. Το Ιράν έχει γίνει ένας de facto «κράτος κατώφλι» (threshold state), διαθέτοντας την τεχνογνωσία και το υλικό για να κατασκευάσει πυρηνικό όπλο σε σύντομο χρονικό διάστημα αν το αποφασίσει. Ο Νετανιάχου ποντάρει στην αποτρεπτική ισχύ του Ισραήλ και στην ικανότητά του να πείσει τη διεθνή κοινότητα ότι η στρατιωτική επιλογή πρέπει να παραμείνει στο τραπέζι. Η ιστορία θα δείξει αν η σκληρή αυτή γραμμή θα αποτρέψει την πυρηνικοποίηση της Μέσης Ανατολής ή αν θα οδηγήσει σε μια αναπόφευκτη σύγκρουση με απρόβλεπτες συνέπειες για την παγκόσμια ασφάλεια και οικονομία.