Η γεωπολιτική σκακιέρα της Μέσης Ανατολής φαίνεται να εισέρχεται σε μια νέα, απρόσμενη φάση σταθεροποίησης, καθώς οι τελευταίες πληροφορίες από την Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη κάνουν λόγο για ένα «γερό πλαίσιο» συμφωνίας. Στο επίκεντρο αυτής της διπλωματικής προσπάθειας βρίσκονται δύο από τα πιο φλέγοντα ζητήματα της παγκόσμιας ατζέντας: η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και ο έλεγχος του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. Η δήλωση του Μάρκο Ρούμπιο για την ύπαρξη ενός συγκροτημένου πλαισίου διαπραγματεύσεων δεν αποτελεί απλώς μια είδηση ρουτίνας, αλλά μια ένδειξη ότι η Realpolitik αρχίζει να υπερισχύει της ιδεολογικής σύγκρουσης που χαρακτήρισε την τελευταία δεκαετία.
Η Στρατηγική Σημασία των Στενών του Ορμούζ
Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν ίσως την πιο κρίσιμη θαλάσσια αρτηρία του πλανήτη. Από αυτό το στενό πέρασμα, που σε ορισμένα σημεία έχει πλάτος μόλις 21 μίλια, διέρχεται καθημερινά περίπου το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου. Οποιαδήποτε ένταση στην περιοχή μεταφράζεται άμεσα σε αύξηση των τιμών της ενέργειας, προκαλώντας πληθωριστικά κύματα στις δυτικές οικονομίες. Η επιδίωξη μιας συμφωνίας που θα εγγυάται την «ελεύθερη και ανεμπόδιστη ναυσιπλοΐα» αποτελεί προτεραιότητα όχι μόνο για τις ΗΠΑ, αλλά και για την Κίνα και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η συμφωνία που συζητείται φαίνεται να περιλαμβάνει τη μείωση της παρουσίας ιρανικών ταχύπλοων σκαφών της Επαναστατικής Φρουράς (IRGC) κοντά σε εμπορικά πλοία, με αντάλλαγμα τη χαλάρωση ορισμένων κυρώσεων που εμποδίζουν την εξαγωγή ιρανικού αργού. Για την Τεχεράνη, η ανάγκη για εισροή συναλλάγματος είναι επιτακτική, καθώς η εσωτερική οικονομική πίεση έχει δημιουργήσει κοινωνικές αναταράξεις. Για την Ουάσιγκτον, η σταθεροποίηση των τιμών των καυσίμων ενόψει των επερχόμενων πολιτικών εξελίξεων είναι στρατηγικής σημασίας.
Το Πυρηνικό Αίνιγμα και η Εποπτεία
Πέρα από το πετρέλαιο, η συμφωνία αγγίζει το ακανθώδες ζήτημα του πυρηνικού εμπλουτισμού. Μετά την κατάρρευση του JCPOA, το Ιράν έχει προχωρήσει σε επίπεδα εμπλουτισμού ουρανίου που πλησιάζουν το 60%, επίπεδο που θεωρείται «κατώφλι» για στρατιωτική χρήση. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι το νέο πλαίσιο προβλέπει πάγωμα του εμπλουτισμού στα τρέχοντα επίπεδα και αυξημένη πρόσβαση στους επιθεωρητές της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (IAEA).
- Πάγωμα του εμπλουτισμού ουρανίου στο 60%.
- Αποκατάσταση των καμερών επιτήρησης σε κρίσιμες εγκαταστάσεις όπως το Natanz και το Fordow.
- Σταδιακή αποδέσμευση ιρανικών κεφαλαίων που είναι δεσμευμένα σε ξένες τράπεζες.
- Δεσμεύσεις για τη μη στοχοποίηση αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή από πληρεξούσιους (proxies) του Ιράν.
Αυτή η προσέγγιση «λιγότερα για λιγότερα» (less for less) φαίνεται να είναι η μόνη ρεαλιστική διέξοδος, καθώς μια πλήρης επιστροφή στη συμφωνία του 2015 θεωρείται πλέον πολιτικά αδύνατη και στις δύο πρωτεύουσες. Η συμμετοχή του Μάρκο Ρούμπιο στις συζητήσεις υποδηλώνει ότι ακόμη και οι πιο σκληροπυρηνικές πτέρυγες του αμερικανικού κατεστημένου αναγνωρίζουν την ανάγκη για έναν λειτουργικό δίαυλο επικοινωνίας με το Ιράν.
Οι Περιφερειακές Αντιδράσεις και ο Ρόλος του Ισραήλ
Οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένη από τις αντιδράσεις των περιφερειακών δυνάμεων. Το Ισραήλ παραμένει εξαιρετικά επιφυλακτικό, φοβούμενο ότι μια μερική συμφωνία θα δώσει στο Ιράν την οικονομική ανάσα που χρειάζεται για να συνεχίσει να χρηματοδοτεί την Χεζμπολάχ και τη Χαμάς, χωρίς να εξαλείφει την πυρηνική απειλή. Από την άλλη πλευρά, οι χώρες του Κόλπου, με επικεφαλής τη Σαουδική Αραβία, φαίνεται να υιοθετούν μια πιο πραγματιστική στάση, επιδιώκοντας τη μείωση της έντασης για να προστατεύσουν τα δικά τους αναπτυξιακά προγράμματα.
«Η διπλωματία δεν είναι το τέλος της σύγκρουσης, αλλά η διαχείρισή της με μέσα που δεν οδηγούν στην αμοιβαία καταστροφή», αναφέρουν αναλυτές στην Ουάσιγκτον.
Συμπερασματικά, η διαφαινόμενη συμφωνία για τα Στενά του Ορμούζ και τα πυρηνικά είναι μια άσκηση ισορροπίας σε τεντωμένο σχοινί. Αν επιτύχει, μπορεί να οδηγήσει σε μια περίοδο σχετικής ηρεμίας στις ενεργειακές αγορές και να αποτρέψει έναν καταστροφικό πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Αν αποτύχει, ο κίνδυνος μιας γενικευμένης σύρραξης θα επιστρέψει δριμύτερος, με απρόβλεπτες συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία.