Καθώς ο Εμανουέλ Μακρόν εισέρχεται στο τελευταίο στάδιο της προεδρίας του, η ατζέντα του στην G7 δεν αφορά πλέον μόνο τη διπλωματία ή την κλιματική αλλαγή, αλλά την επιβίωση της Ευρώπης στην ψηφιακή εποχή. Ο Γάλλος πρόεδρος, ο οποίος κάποτε αυτοπροσδιορίστηκε ως ο «πρόεδρος των start-ups», βλέπει την κληρονομιά του να εξαρτάται από έναν εξαιρετικά ευμετάβλητο παράγοντα: την ικανότητα της Γαλλίας να προσελκύσει δισεκατομμύρια σε κεφάλαια για την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) και να οικοδομήσει τις υποδομές που θα τη φιλοξενήσουν.

Το Πλεονέκτημα της Πυρηνικής Ενέργειας

Στην καρδιά της στρατηγικής του Μακρόν βρίσκεται ένα παλιό γαλλικό πλεονέκτημα που απέκτησε νέα αξία: η πυρηνική ενέργεια. Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι ενεργοβόρα. Τα γιγαντιαία μοντέλα γλώσσας απαιτούν data centers που καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες ηλεκτρισμού. Η Γαλλία, με τον στόλο των πυρηνικών αντιδραστήρων της EDF, προσφέρει κάτι που η Γερμανία ή η Ιταλία δυσκολεύονται να εγγυηθούν: σταθερή, χαμηλών εκπομπών άνθρακα και σχετικά φθηνή ενέργεια.

Ωστόσο, η οικοδόμηση αυτών των «ναών των δεδομένων» δεν είναι χωρίς εμπόδια. Οι τοπικές κοινότητες αντιδρούν στην οπτική ρύπανση και την κατανάλωση νερού για την ψύξη των συστημάτων, ενώ η γραφειοκρατία παραμένει το μεγάλο αγκάθι. Ο Μακρόν προσπαθεί να επιταχύνει τις διαδικασίες αδειοδότησης, αλλά ο χρόνος πιέζει. Αν τα data centers δεν χτιστούν τώρα, οι επενδύσεις της Microsoft, της Amazon και της Google θα κατευθυνθούν προς τις σκανδιναβικές χώρες ή την Ιρλανδία, αφήνοντας τη Γαλλία εκτός του «υπολογιστικού χάρτη».

Το Χάσμα της Χρηματοδότησης και η «Γαλλική Τεχνολογία»

Παρά τις επιτυχίες εταιρειών όπως η Mistral AI, η οποία αποτελεί το «καμάρι» της γαλλικής τεχνολογικής σκηνής, το πρόβλημα παραμένει το κεφάλαιο. Ο Μακρόν έχει καταφέρει να κινητοποιήσει εγχώρια κεφάλαια μέσω της πρωτοβουλίας «Tibi», πείθοντας ασφαλιστικές εταιρείες και θεσμικούς επενδυτές να διοχετεύσουν δισεκατομμύρια σε τεχνολογικές επιχειρήσεις. Όμως, σε σύγκριση με τη Σίλικον Βάλεϊ, τα ποσά αυτά μοιάζουν με σταγόνα στον ωκεανό.

Η εξάρτηση από αμερικανικά κεφάλαια δημιουργεί ένα παράδοξο για το όραμα της «στρατηγικής αυτονομίας» που πρεσβεύει ο Μακρόν. Πώς μπορεί η Ευρώπη να είναι κυρίαρχη όταν τα σημαντικότερα μοντέλα AI της χρηματοδοτούνται από τη Microsoft ή τρέχουν αποκλειστικά σε τσιπ της Nvidia; Ο Μακρόν πιέζει για μια ευρωπαϊκή κεφαλαιαγορά που θα επιτρέπει στις εταιρείες να αντλούν κεφάλαια χωρίς να χρειάζεται να μετακομίσουν στο Delaware, αλλά η πρόοδος στις Βρυξέλλες είναι απελπιστικά αργή. Η κληρονομιά του κινδυνεύει να μείνει ως μια σειρά από εντυπωσιακές ανακοινώσεις που δεν μετουσιώθηκαν σε μόνιμη οικονομική ισχύ.

Πολιτική Αβεβαιότητα και η Μετά-Μακρόν Εποχή

Το μεγαλύτερο ρίσκο για τους επενδυτές δεν είναι τεχνικό, αλλά πολιτικό. Με τις εκλογές του 2027 να πλησιάζουν και τη δημοτικότητά του να δοκιμάζεται, η αγορά αναρωτιέται αν η «φιλική προς την τεχνολογία» πολιτική θα επιβιώσει ενός ενδεχόμενου πολιτικού σεισμού. Η άνοδος του λαϊκισμού στη Γαλλία συχνά συνοδεύεται από σκεπτικισμό απέναντι στην παγκοσμιοποίηση και τις μεγάλες τεχνολογικές επενδύσεις.

Στις συναντήσεις της G7, ο Μακρόν παρουσιάζεται ως ο εγγυητής της σταθερότητας, αλλά οι ομόλογοί του γνωρίζουν ότι η επιρροή του φθίνει. Η προσπάθειά του να θέσει παγκόσμιους κανόνες για την ηθική της AI —μέσω της Συνόδου Κορυφής για την Ασφάλεια της AI στο Παρίσι— είναι μια προσπάθεια να εξάγει το γαλλικό ρυθμιστικό μοντέλο. Αν πετύχει, η Γαλλία θα είναι ο διαιτητής του παιχνιδιού. Αν αποτύχει, θα είναι απλώς ένας ακόμη καταναλωτής αμερικανικής και κινεζικής τεχνολογίας, παρά τα δισεκατομμύρια που δαπανήθηκαν για την «ψηφιακή κυριαρχία».