Η παγκόσμια οικονομική σκακιέρα δονείται για άλλη μια φορά από τις ιαχές ενός επικείμενου εμπορικού πολέμου. Η ανακοίνωση της κυβέρνησης Τραμπ για την επιβολή οριζόντιων δασμών ύψους 25% στις εισαγωγές δεν αποτελεί απλώς μια οικονομική απειλή, αλλά μια θεμελιώδη αμφισβήτηση της διατλαντικής τάξης πραγμάτων που οικοδομήθηκε μετά το 1945. Στις Βρυξέλλες, το κλίμα είναι μια μείξη ψυχραιμίας και έντονης προετοιμασίας, καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καλείται να διαχειριστεί μια κρίση που θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει το μέλλον της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

Η Στρατηγική της «Ήρεμης Δύναμης» και τα Αντίποινα

Η επίσημη γραμμή της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραμένει σταθερή: η ΕΕ είναι ένας αξιόπιστος εταίρος που σέβεται τους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ). Ωστόσο, πίσω από τις κλειστές πόρτες των Βρυξελλών, η προετοιμασία είναι πυρετώδης. Η ΕΕ έχει πλέον στη διάθεσή της το «Μέσο κατά του Εξαναγκασμού» (Anti-Coercion Instrument), ένα νομοθετικό εργαλείο που της επιτρέπει να απαντά γρήγορα και στοχευμένα σε οικονομικές πιέσεις από τρίτες χώρες.

Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι ξεκαθαρίζουν ότι αν η Ουάσιγκτον προχωρήσει στην υλοποίηση των απειλών της, η απάντηση θα είναι «αναλογική αλλά αποφασιστική». Αυτό σημαίνει ότι μια λίστα με αμερικανικά προϊόντα –από εμβληματικές μάρκες μοτοσικλετών και ουίσκι μέχρι προϊόντα υψηλής τεχνολογίας– βρίσκεται ήδη στο μικροσκόπιο των αναλυτών για πιθανούς δασμούς. Η στρατηγική δεν είναι η κλιμάκωση για την κλιμάκωση, αλλά η δημιουργία μιας ισχυρής αποτρεπτικής βάσης που θα αναγκάσει την αμερικανική πλευρά να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Η Γερμανική Ανησυχία και ο Άξονας των Εξαγωγών

Κανένα κράτος-μέλος δεν αισθάνεται την πίεση περισσότερο από τη Γερμανία. Η ατμομηχανή της Ευρώπης, που ήδη παλεύει με την αποβιομηχάνιση και το υψηλό ενεργειακό κόστος, βλέπει στους δασμούς του 25% έναν υπαρξιακό κίνδυνο για την αυτοκινητοβιομηχανία της. Οι γερμανικές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ αποτελούν τον στυλοβάτη του εμπορικού της πλεονάσματος, και μια τέτοια επιβάρυνση θα καθιστούσε τα ευρωπαϊκά οχήματα μη ανταγωνιστικά στην αμερικανική αγορά.

Ωστόσο, η ανησυχία δεν περιορίζεται στο Βερολίνο. Η Ιταλία με τα πολυτελή είδη και τα μηχανήματα, η Γαλλία με τα κρασιά και τα αεροδιαστημικά προϊόντα, και η Ολλανδία με την τεχνολογία ημιαγωγών, βρίσκονται όλες στην πρώτη γραμμή του πυρός. Η πρόκληση για την ΕΕ είναι να διατηρήσει την ενότητά της. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ιστορικά προσπαθήσει να διαπραγματευτεί διμερώς με μεμονωμένα κράτη-μέλη, επιδιώκοντας να διασπάσει το ευρωπαϊκό μέτωπο. Η διατήρηση μιας ενιαίας φωνής από την Κομισιόν είναι το ισχυρότερο όπλο της Ευρώπης σε αυτή τη σύγκρουση.

Η Γεωπολιτική της Πίεσης: Εμπόριο και Ασφάλεια

Στη νέα θητεία Τραμπ, το εμπόριο δεν είναι αποκομμένο από την ασφάλεια. Οι δασμοί χρησιμοποιούνται ως μοχλός πίεσης για άλλες απαιτήσεις, όπως η αύξηση των αμυντικών δαπανών των μελών του ΝΑΤΟ ή η ευθυγράμμιση της Ευρώπης με την αμερικανική σκληρή γραμμή έναντι της Κίνας. Η ΕΕ βρίσκεται σε μια λεπτή ισορροπία: από τη μία πλευρά, θέλει να διατηρήσει την πρόσβαση στην αμερικανική αγορά, και από την άλλη, επιθυμεί να διαφυλάξει τη «στρατηγική της αυτονομία».

Η Ουάσιγκτον φαίνεται να ζητά από τις Βρυξέλλες να επιλέξουν στρατόπεδο στον τεχνολογικό και οικονομικό πόλεμο με το Πεκίνο. Αν η ΕΕ υποκύψει πλήρως στις αμερικανικές πιέσεις, κινδυνεύει με αντίποινα από την Κίνα, η οποία παραμένει ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος για πολλά ευρωπαϊκά αγαθά. Αν όμως αρνηθεί, οι δασμοί του 25% μπορεί να γίνουν μια μόνιμη πραγματικότητα που θα ακρωτηριάσει την ευρωπαϊκή ανάπτυξη για την επόμενη δεκαετία.

Μια Νέα Εποχή Προστατευτισμού;

Η επιστροφή του προστατευτισμού σηματοδοτεί το τέλος της εποχής της «αφελούς παγκοσμιοποίησης». Η Ευρώπη καλείται πλέον να επενδύσει στην εσωτερική της αγορά και να αναζητήσει νέες συμμαχίες στον Παγκόσμιο Νότο. Η ενίσχυση της εσωτερικής ανθεκτικότητας και η μείωση της εξάρτησης από εξωτερικούς παράγοντες –είτε αυτοί είναι η ρωσική ενέργεια είτε οι αμερικανικές αγορές– αποτελεί το νέο δόγμα των Βρυξελλών.

Συμπερασματικά, η απάντηση της ΕΕ στους δασμούς Τραμπ δεν θα είναι μόνο οικονομική. Θα είναι μια δοκιμασία της πολιτικής της συνοχής και της ικανότητάς της να επιβιώσει σε έναν κόσμο όπου η ισχύς υπερέχει των κανόνων. Η δήλωση «όλα τα μέτρα στο τραπέζι» δεν είναι απειλή, αλλά μια ρεαλιστική αναγνώριση ότι η εποχή των ευγενικών διαπραγματεύσεων έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Η Ευρώπη πρέπει να μάθει να μιλά τη γλώσσα της ισχύος, αν θέλει να παραμείνει παγκόσμιος παίκτης.