Σε μια περίοδο που η διεθνής διπλωματία μοιάζει να ισορροπεί σε τεντωμένο σχοινί, η επίσκεψη του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο και οι δηλώσεις του για ένα «υπέροχο μέλλον» με τον Σι Τζινπίνγκ έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την ωμή πραγματικότητα που περιγράφουν οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών. Μια πρόσφατη έκθεση, που είδε το φως της δημοσιότητας, αναλύει με χειρουργική ακρίβεια πώς η παρατεταμένη αστάθεια στη Μέση Ανατολή και η συγκρουσιακή σχέση με το Ιράν έχουν προσφέρει στην Κίνα μια χρυσή ευκαιρία να εδραιωθεί ως ο νέος κυρίαρχος παίκτης στην περιοχή.

Η Στρατηγική της «Μη Παρέμβασης» ως Εμπορικό Εργαλείο

Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν εγκλωβισμένες σε ένα πλέγμα κυρώσεων, αμυντικών δεσμεύσεων και ηθικών διλημμάτων σχετικά με την πώληση όπλων, η Κίνα ακολουθεί μια πολύ πιο κυνική και αποτελεσματική προσέγγιση. Το Πεκίνο, σύμφωνα με την έκθεση, δεν πουλάει απλώς όπλα· πουλάει «στρατηγική αυτονομία». Οι χώρες του Κόλπου, συμπεριλαμβανομένων παραδοσιακών συμμάχων των ΗΠΑ όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, στρέφονται ολοένα και περισσότερο σε κινεζικά οπλικά συστήματα, όπως τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη CH-4 και CH-5, τα οποία προσφέρονται χωρίς τους αυστηρούς περιορισμούς που θέτει το Κογκρέσο.

Η έκθεση επισημαίνει ότι η Κίνα εκμεταλλεύεται τον φόβο αυτών των κρατών για μια πιθανή κλιμάκωση με το Ιράν. Αντί να επιλέξει πλευρά με τον απόλυτο τρόπο που το πράττει η Ουάσιγκτον, το Πεκίνο διατηρεί ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας τόσο με την Τεχεράνη όσο και με το Ριάντ. Αυτή η «ενεργή ουδετερότητα» επιτρέπει στην Κίνα να παρουσιάζεται ως ο μοναδικός αξιόπιστος μεσολαβητής, την ώρα που οι ΗΠΑ θεωρούνται μέρος του προβλήματος παρά της λύσης.

Η Διάβρωση της Αμερικανικής Επιρροής στον Κόλπο

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο της έκθεσης για τους Αμερικανούς χαράκτες πολιτικής είναι η ταχύτητα με την οποία οι σύμμαχοι των ΗΠΑ ενσωματώνουν την κινεζική τεχνολογία στις αμυντικές τους υποδομές. Δεν πρόκειται πλέον μόνο για απλές πωλήσεις όπλων, αλλά για βαθιά τεχνολογική συνεργασία που περιλαμβάνει την τεχνητή νοημοσύνη, τα δίκτυα 5G και τα συστήματα επιτήρησης. Η ενσωμάτωση κινεζικών συστημάτων στα δίκτυα χωρών που φιλοξενούν αμερικανικές βάσεις δημιουργεί σοβαρά ζητήματα ασφαλείας και διαλειτουργικότητας για το ΝΑΤΟ και τις αμερικανικές δυνάμεις.

  • Πώληση προηγμένων drones σε Σαουδική Αραβία και ΗΑΕ.
  • Συμφωνίες για τοπική παραγωγή κινεζικών οπλικών συστημάτων.
  • Ενίσχυση της ενεργειακής συνεργασίας με το Ιράν, που χρηματοδοτεί την κινεζική βιομηχανία.
  • Χρήση του γιουάν σε πετρελαϊκές συναλλαγές, υπονομεύοντας το δολάριο.

Η Κίνα, λειτουργώντας ως ο «επιτήδειος ουδέτερος», έχει καταφέρει να μετατρέψει την ένταση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν σε μια κερδοφόρα επιχείρηση. Όσο η Ουάσιγκτον δαπανά πόρους και πολιτικό κεφάλαιο για να αναχαιτίσει την ιρανική επιρροή, το Πεκίνο υπογράφει συμβόλαια δισεκατομμυρίων, εξασφαλίζοντας παράλληλα τη ροή ενέργειας που είναι απαραίτητη για την οικονομική του επιβίωση.

Το Μέλλον της Περιφερειακής Ασφάλειας

Η έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αμερικανική στρατηγική στη Μέση Ανατολή χρήζει άμεσης αναθεώρησης. Η πολιτική των «λευκών επιταγών» ή των απόλυτων αποκλεισμών δεν λειτουργεί πλέον σε έναν πολυπολικό κόσμο. Οι χώρες του Κόλπου έχουν αποδείξει ότι δεν είναι διατεθειμένες να θυσιάσουν την ασφάλειά τους στον βωμό των αμερικανικών γεωπολιτικών προτεραιοτήτων, ειδικά όταν η Κίνα προσφέρει εναλλακτικές λύσεις χωρίς πολιτικά ανταλλάγματα.

«Η Μέση Ανατολή δεν είναι πλέον μια αμερικανική λίμνη. Είναι το πεδίο όπου η Κίνα δοκιμάζει την ικανότητά της να ανατρέψει την παγκόσμια τάξη πραγμάτων χωρίς να ρίξει ούτε μια σφαίρα», αναφέρει χαρακτηριστικά ένας από τους συντάκτες της έκθεσης.

Στο τέλος της ημέρας, η σύγκρουση με το Ιράν μπορεί να αποδειχθεί ο «δούρειος ίππος» μέσω του οποίου η Κίνα θα αποκτήσει τον έλεγχο των πιο κρίσιμων ενεργειακών οδών του πλανήτη. Η Ουάσιγκτον καλείται να αποφασίσει αν θα συνεχίσει την τακτική της πίεσης ή αν θα βρει έναν τρόπο να ανταγωνιστεί την Κίνα στο δικό της γήπεδο: αυτό της πραγματιστικής και αδίστακτης διπλωματίας.