Η ρητορική της νέας κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών σχετικά με τις μαζικές απελάσεις έχει μετατοπιστεί από τις προεκλογικές υποσχέσεις στην υλικοτεχνική πραγματικότητα. Καθώς ο Tom Homan, ο διορισμένος «τσάρος των συνόρων», απειλεί να «πλημμυρίσει» τη Νέα Υόρκη με πράκτορες της ICE (Immigration and Customs Enforcement), μια νέα έρευνα από τον μη κερδοσκοπικό ειδησεογραφικό οργανισμό The City φέρνει στο φως μια ανησυχητική αλήθεια: οι επιχειρήσεις αυτές είναι πρακτικά αδύνατο να διεξαχθούν χωρίς τη συστηματική χρήση φυλετικού προφίλ (racial profiling) και την εκτεταμένη ψηφιακή επιτήρηση.

Η Αθόρυβη Κλιμάκωση στις Γειτονιές της Νέας Υόρκης

Παρά τις διαβεβαιώσεις ότι οι αρχές θα επικεντρωθούν αποκλειστικά σε «εγκληματικά στοιχεία», τα δεδομένα δείχνουν μια διαφορετική εικόνα. Στη Νέα Υόρκη, μια πόλη-καταφύγιο (sanctuary city) που παραδοσιακά περιορίζει τη συνεργασία των τοπικών αρχών με την ICE, οι ομοσπονδιακοί πράκτορες έχουν ήδη αυξήσει τις συλλήψεις τους. Η έρευνα του The City αποκαλύπτει ότι οι συλλήψεις αυτές δεν κατανέμονται ομοιόμορφα, αλλά συγκεντρώνονται με χειρουργική ακρίβεια σε γειτονιές με υψηλά ποσοστά Λατινοαμερικανών κατοίκων, όπως το Jackson Heights στο Queens και το Sunset Park στο Brooklyn.

Το πρόβλημα με αυτή την προσέγγιση είναι νομικό και ηθικό. Όταν η ICE «πλημμυρίζει» μια περιοχή βασιζόμενη σε δημογραφικά στοιχεία, η πιθανότητα παράνομων ερευνών και κατασχέσεων αυξάνεται εκθετικά. Το Τέταρτο Άρθρο του Αμερικανικού Συντάγματος προστατεύει τους πολίτες από αυθαίρετες έρευνες, όμως στην πράξη, η παρουσία των πρακτόρων σε συγκεκριμένα ταχυδρομικά κώδικες λειτουργεί ως ένα δίχτυ που παρασύρει όποιον «μοιάζει» με μετανάστη χωρίς έγγραφα.

Η Τεχνολογία ως Πολλαπλασιαστής Ισχύος

Στο επίκεντρο αυτής της στρατηγικής βρίσκεται η χρήση προηγμένων τεχνολογιών επιτήρησης. Η ICE δεν βασίζεται πλέον μόνο σε πληροφοριοδότες. Χρησιμοποιεί συστήματα αναγνώρισης πινακίδων κυκλοφορίας (ALPR), δεδομένα γεωγραφικού εντοπισμού που αγοράζονται από ιδιωτικές εταιρείες (data brokers) και λογισμικό αναγνώρισης προσώπου. Αυτά τα εργαλεία επιτρέπουν στις αρχές να χαρτογραφούν τις κινήσεις ολόκληρων κοινοτήτων.

«Δεν πρόκειται για επιβολή του νόμου, αλλά για μια επιχείρηση ψυχολογικού πολέμου που υποστηρίζεται από αλγορίθμους», αναφέρει νομικός σύμβουλος για τα ανθρώπινα δικαιώματα. «Όταν η τεχνολογία χρησιμοποιείται για να στοχοποιήσει ανθρώπους με βάση το πού ζουν και πώς φαίνονται, η έννοια της ατομικής υποψίας καταρρέει».

Η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης για την πρόβλεψη «εστιών» παράτυπης μετανάστευσης δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο. Οι αλγόριθμοι τροφοδοτούνται με ιστορικά δεδομένα συλλήψεων, τα οποία είναι ήδη προκατειλημμένα, με αποτέλεσμα να κατευθύνουν τους πράκτορες πίσω στις ίδιες γειτονιές, ενισχύοντας το προφίλ της «εγκληματικότητας» σε αυτές τις περιοχές.

Η Σύγκρουση με την Τοπική Αυτοδιοίκηση

Η επιμονή του Homan να στοχεύσει τη Νέα Υόρκη δεν είναι τυχαία. Αποτελεί μια πολιτική δήλωση ενάντια στις πόλεις-καταφύγια. Οι τοπικοί αξιωματούχοι βρίσκονται σε δύσκολη θέση. Ενώ η νομοθεσία της πόλης απαγορεύει τη χρήση τοπικών πόρων για ομοσπονδιακές απελάσεις, η ICE μπορεί να λειτουργεί αυτόνομα σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Η έρευνα δείχνει ότι οι πράκτορες συχνά παραμονεύουν έξω από δικαστήρια ή σχολεία, χώρους που θεωρούνταν «ευαίσθητοι» σε προηγούμενες κυβερνήσεις.

Οι επιπτώσεις στην κοινωνική συνοχή είναι ήδη ορατές. Η εμπιστοσύνη προς την αστυνομία και τις δημόσιες υπηρεσίες καταρρέει. Οι μετανάστες, ακόμη και εκείνοι με νόμιμο καθεστώς, φοβούνται να αναφέρουν εγκλήματα ή να αναζητήσουν ιατρική βοήθεια, φοβούμενοι ότι η παρουσία τους θα καταγραφεί σε κάποια βάση δεδομένων που θα καταλήξει στα χέρια της ICE.

Το Μέλλον των Πολιτικών Ελευθεριών

Αν το μοντέλο της Νέας Υόρκης επεκταθεί σε εθνικό επίπεδο, οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν μια κρίση πολιτικών ελευθεριών που δεν έχει προηγούμενο στη σύγχρονη ιστορία. Η μαζική απέλαση εκατομμυρίων ανθρώπων απαιτεί μια υποδομή επιτήρησης που μπορεί εύκολα να στραφεί εναντίον οποιουδήποτε πολίτη. Η διάκριση μεταξύ «νόμιμου» και «παράνομου» θολώνει όταν το κριτήριο γίνεται η γειτονιά, η γλώσσα ή η εμφάνιση.

Συμπερασματικά, η υπόσχεση για «τάξη» στα σύνορα μετατρέπεται σε μια επιχείρηση εσωτερικής επιτήρησης που υποσκάπτει τα θεμέλια της δημοκρατίας. Η τεχνολογία, αντί να χρησιμοποιείται για τη βελτίωση της ασφάλειας, μετατρέπεται σε εργαλείο φυλετικού διαχωρισμού, καθιστώντας το όραμα των μαζικών απελάσεων μια δυστοπική πραγματικότητα που βασίζεται στην προκατάληψη και όχι στο δίκαιο.