Η σύγκρουση μεταξύ της Silicon Valley και της Ουάσιγκτον για τον έλεγχο της «ψηφιακής νοημοσύνης» εισέρχεται σε μια νέα, πιο επιθετική φάση. Καθώς διανύουμε τον Ιούνιο του 2026, η συζήτηση για το ποιος τελικά κατέχει τους καρπούς της τεχνητής νοημοσύνης (AI) δεν αφορά πλέον μόνο τους κώδικες και τους αλγορίθμους, αλλά τη θεμελιώδη δομή της καπιταλιστικής οικονομίας. Ο David Sacks, ο πρώην «Τσάρος της AI» και γνωστός επενδυτής, εξαπέλυσε μια δριμεία επίθεση κατά της πρότασης του γερουσιαστή Bernie Sanders για την απόκτηση κρατικών μετοχών στις εταιρείες AI, χαρακτηρίζοντάς την ως έναν «φόρο στη βλακεία» (stupidity tax) που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια καταστροφική εθνικοποίηση της τεχνολογίας.
Η Πρόταση Σάντερς και το Φάντασμα της Κρατικοποίησης
Η πρόταση του Bernie Sanders, η οποία έχει προκαλέσει τριγμούς στις αγορές, προβλέπει ότι οποιαδήποτε εταιρεία AI λαμβάνει κρατική επιχορήγηση, πρόσβαση σε δημόσιους υπολογιστικούς πόρους ή φοροαπαλλαγές για την ανάπτυξη μοντέλων μεγάλης κλίμακας, θα πρέπει να παραχωρεί ένα ποσοστό των μετοχών της στο κράτος. Ο Σάντερς υποστηρίζει ότι, εφόσον η τεχνολογία αυτή βασίζεται σε δημόσια δεδομένα και υποδομές, οι πολίτες δικαιούνται ένα άμεσο μερίδιο στα κέρδη, ειδικά καθώς η AI απειλεί να εκτοπίσει εκατομμύρια θέσεις εργασίας.
Ωστόσο, για τον Sacks, αυτή η προσέγγιση είναι ο ορισμός του οικονομικού αναλφαβητισμού. «Το να ζητάς από τις πιο καινοτόμες εταιρείες του κόσμου να παραδώσουν τον έλεγχο στους γραφειοκράτες είναι ο ταχύτερος τρόπος για να διασφαλίσεις ότι η Αμερική θα χάσει την κούρσα της AI από την Κίνα», δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξή του. Ο Sacks υποστηρίζει ότι η επιβολή κρατικής συμμετοχής θα λειτουργήσει ως αντικίνητρο για τις επενδύσεις, οδηγώντας τα κεφάλαια σε πιο «φιλικές» δικαιοδοσίες.
Η Στροφή του Τραμπ και το Παράδοξο της Δεξιάς
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της τρέχουσας πολιτικής συγκυρίας είναι ότι η ιδέα της κρατικής συμμετοχής δεν περιορίζεται πλέον στην αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών. Πληροφορίες αναφέρουν ότι το επιτελείο του Donald Trump εξετάζει επίσης τη δημιουργία ενός «Εθνικού Αποθέματος Στρατηγικής Νοημοσύνης», το οποίο θα μπορούσε να περιλαμβάνει δημόσια μερίδια σε κρίσιμες υποδομές AI για λόγους εθνικής ασφαλείας. Αυτή η σύγκλιση των άκρων —από τη μία ο σοσιαλιστικός αναδιανεμητισμός του Σάντερς και από την άλλη ο οικονομικός εθνικισμός του Τραμπ— έχει φέρει τους ηγέτες της τεχνολογίας σε θέση άμυνας.
- Η απειλή της εθνικοποίησης ως μέσο ελέγχου της παραπληροφόρησης.
- Η χρήση των κρατικών μετοχών για την επιβολή ηθικών κανόνων στην AI.
- Η ανησυχία για τη δημιουργία ενός «κρατικού μονοπωλίου» στη γνώση.
Ο Sacks προειδοποιεί ότι αν η κυβέρνηση αποκτήσει λόγο στα διοικητικά συμβούλια των OpenAI, Anthropic ή Google, η τεχνολογία θα μετατραπεί σε εργαλείο πολιτικής προπαγάνδας. «Δεν πρόκειται για τα χρήματα», είπε χαρακτηριστικά, «πρόκειται για τον έλεγχο του τι επιτρέπεται να σκέφτεται και να λέει η AI».
«Οι κότες επιστρέφουν στο κοτέτσι»: Η Αυτοπαγίδευση των Tech CEOs
Μια από τις πιο καυστικές παρατηρήσεις του Sacks αφορά τη στάση των ίδιων των ηγετών της AI. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Sam Altman της OpenAI και ο Dario Amodei της Anthropic φέρουν μερίδιο ευθύνης για το κλίμα που έχει διαμορφωθεί. Για χρόνια, οι ηγέτες αυτοί προειδοποιούσαν για «υπαρξιακούς κινδύνους» και «μαζική απώλεια θέσεων εργασίας», επιδιώκοντας ίσως να προσελκύσουν την προσοχή των ρυθμιστικών αρχών και να υψώσουν εμπόδια εισόδου για μικρότερους ανταγωνιστές.
«Ο Dario και ο Sam άρχισαν να ανασκευάζουν τους ισχυρισμούς τους για μαζικές απώλειες θέσεων εργασίας, αλλά η ζημιά στην εμπιστοσύνη του κοινού έχει γίνει, και τώρα οι κότες επιστρέφουν στο κοτέτσι (the chickens are coming home to roost)», σημείωσε ο Sacks.
Με άλλα λόγια, οι πολιτικοί χρησιμοποιούν τώρα τους ίδιους τους φόβους που καλλιέργησαν οι εταιρείες για να δικαιολογήσουν την κρατική παρέμβαση. Αν η AI είναι τόσο επικίνδυνη όσο λένε οι δημιουργοί της, τότε γιατί να παραμείνει σε ιδιωτικά χέρια; Αυτό είναι το ερώτημα που καλούνται να απαντήσουν τώρα οι CEOs, καθώς βρίσκονται εγκλωβισμένοι ανάμεσα στην ανάγκη για κρατική στήριξη και την επιθυμία για επιχειρηματική αυτονομία.
Συμπέρασμα: Προς ένα Νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο;
Η συζήτηση για τον «φόρο στη βλακεία» αναδεικνύει το βαθύ χάσμα ανάμεσα στην οικονομική αποτελεσματικότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη στην εποχή της AI. Ενώ ο Sacks έχει δίκιο ότι η κρατικοποίηση συχνά πνίγει την καινοτομία, ο Σάντερς αγγίζει μια πραγματική ανησυχία: την τεράστια συγκέντρωση πλούτου και ισχύος σε ελάχιστα χέρια. Το μέλλον της AI μπορεί να μην κριθεί στα εργαστήρια, αλλά στις κάλπες και στα νομοθετικά σώματα, όπου το παλιό δίλημμα «κράτος ή αγορά» αποκτά μια νέα, ψηφιακή και απρόβλεπτη διάσταση.