Σε μια εποχή έντονης πολιτικής πόλωσης, η εμφάνιση ενός κοινού εδάφους μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ, του Μπέρνι Σάντερς και του Σαμ Άλτμαν μοιάζει σχεδόν με πολιτικό παράδοξο. Ωστόσο, η Ουάσιγκτον και η Σίλικον Βάλεϊ φαίνεται να συμφωνούν σε ένα ριζοσπαστικό συμπέρασμα: η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) είναι τόσο μετασχηματιστική, που η παραδοσιακή ιδιωτική ιδιοκτησία ίσως δεν αρκεί για να διατηρήσει την κοινωνική συνοχή. Η συζήτηση για τη «δημόσια ιδιοκτησία» ή τη «δημόσια συμμετοχή» στην AI δεν είναι πλέον μια περιθωριακή σοσιαλιστική θεωρία, αλλά μια κεντρική στρατηγική πρόταση που εξετάζεται στα υψηλότερα κλιμάκια της εξουσίας.

Η Σύγκλιση των Αντιθέτων

Η βασική ιδέα είναι απλή αλλά επαναστατική: εάν η AI πρόκειται να αντικαταστήσει εκατομμύρια θέσεις εργασίας και να δημιουργήσει πλούτο τρισεκατομμυρίων δολαρίων, τότε οι καρποί αυτής της τεχνολογίας πρέπει να ανήκουν, εν μέρει, στο σύνολο της κοινωνίας. Ο Μπέρνι Σάντερς, ο εμβληματικός εκπρόσωπος της αμερικανικής αριστεράς, υποστηρίζει εδώ και καιρό ότι η αυτοματοποίηση πρέπει να ωφελεί τους εργαζόμενους και όχι μόνο τους μετόχους των εταιρειών. Η πρότασή του για «φόρο στα ρομπότ» εξελίσσεται τώρα σε μια ευρύτερη συζήτηση για τη δημόσια συμμετοχή στα ίδια κεφάλαια των εταιρειών AI που λαμβάνουν κρατική στήριξη.

Από την άλλη πλευρά, ο Ντόναλντ Τραμπ προσεγγίζει το θέμα μέσω του πρίσματος του εθνικισμού και του ανταγωνισμού με την Κίνα. Οι σύμβουλοί του εξετάζουν τη δημιουργία ενός «Κρατικού Επενδυτικού Ταμείου» (Sovereign Wealth Fund) που θα μπορούσε να κατέχει μερίδια σε κρίσιμες υποδομές AI. Για τον Τραμπ, η δημόσια ιδιοκτησία δεν αφορά την αναδιανομή του πλούτου με την κλασική έννοια, αλλά τη διασφάλιση ότι η αμερικανική ισχύς παραμένει αδιαμφισβήτητη και ότι τα κέρδη της τεχνολογίας ενισχύουν το εθνικό θησαυροφυλάκιο.

Το Όραμα του Sam Altman: Universal Basic Compute

Ο Sam Altman, διευθύνων σύμβουλος της OpenAI, έχει εισαγάγει τη δική του εκδοχή αυτής της ιδέας, την οποία αποκαλεί «Universal Basic Compute» ή «American Equity Fund». Ο Altman προτείνει ότι κάθε πολίτης θα μπορούσε να έχει ένα μερίδιο στο ΑΕΠ που παράγεται από την AI. Αντί για ένα απλό επίδομα, οι πολίτες θα μπορούσαν να κατέχουν μερίδια σε ένα ταμείο που επενδύει στις κορυφαίες εταιρείες AI, ή ακόμα και να έχουν πρόσβαση σε υπολογιστική ισχύ (compute) ως δημόσιο αγαθό.

«Η AI θα δημιουργήσει τόσο πολύ πλούτο που θα πρέπει να βρούμε νέους τρόπους για να τον διανείμουμε, ώστε όλοι να αισθάνονται ότι έχουν μερίδιο στην επιτυχία της», έχει δηλώσει ο Altman σε διάφορες φόρουμ.

Αυτή η προσέγγιση αντανακλά μια παραδοχή από την πλευρά της Σίλικον Βάλεϊ: η κοινωνική αντίδραση (backlash) απέναντι στην AI θα είναι τόσο ισχυρή, αν οι ανισότητες εκτοξευθούν, που η ίδια η επιβίωση των εταιρειών τεχνολογίας θα απειληθεί. Η δημόσια ιδιοκτησία λειτουργεί εδώ ως μια μορφή «ασφάλειας» για το καπιταλιστικό σύστημα.

Γεωπολιτική και Εθνική Ασφάλεια

Η στροφή προς τη δημόσια ιδιοκτησία οδηγείται επίσης από την ανάγκη για τεράστιες υποδομές. Η κατασκευή κέντρων δεδομένων και η παραγωγή ημιαγωγών απαιτούν κεφάλαια που συχνά ξεπερνούν τις δυνατότητες του ιδιωτικού τομέα. Η κυβέρνηση Μπάιντεν, μέσω του CHIPS Act, έχει ήδη αρχίσει να θέτει όρους στις εταιρείες που λαμβάνουν επιδοτήσεις, όπως ο περιορισμός των επαναγορών μετοχών και η κοινή χρήση των «υπερκερδών» με το κράτος. Αυτό αποτελεί έναν πρόδρομο της δημόσιας συμμετοχής που οραματίζονται οι Τραμπ και Σάντερς.

Στην Ευρώπη, η συζήτηση κινείται προς την κατεύθυνση της «Κυρίαρχης AI» (Sovereign AI). Η Γαλλία και η Γερμανία επενδύουν σε εθνικά μοντέλα AI για να μην εξαρτώνται από τις αμερικανικές Big Tech. Εάν το κράτος χρηματοδοτεί την έρευνα, την ανάπτυξη και την ενέργεια που καταναλώνει η AI, τότε το επιχείρημα ότι το κράτος (και κατ' επέκταση ο πολίτης) πρέπει να κατέχει μέρος του πνευματικού κεφαλαίου γίνεται όλο και πιο πειστικό.

Προκλήσεις και Κίνδυνοι

Φυσικά, η εφαρμογή ενός τέτοιου μοντέλου ενέχει τεράστιους κινδύνους. Ποιος θα διαχειρίζεται αυτά τα κρατικά ταμειακά διαθέσιμα; Πώς θα διασφαλιστεί ότι η δημόσια ιδιοκτησία δεν θα οδηγήσει σε κρατικό έλεγχο της πληροφορίας και σε λογοκρισία; Επιπλέον, υπάρχει ο κίνδυνος της γραφειοκρατικής δυσλειτουργίας που θα μπορούσε να πνίξει την καινοτομία. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση είναι κακός διαχειριστής κεφαλαίων και ότι η ελεύθερη αγορά παραμένει ο καλύτερος μηχανισμός για την ανάπτυξη της τεχνολογίας.

Ωστόσο, η πραγματικότητα της AI είναι διαφορετική από οποιαδήποτε προηγούμενη βιομηχανική επανάσταση. Η ταχύτητα με την οποία εξελίσσεται και η κλίμακα της δυνητικής ανατροπής στην αγορά εργασίας καθιστούν τις παραδοσιακές λύσεις ανεπαρκείς. Η σύγκλιση Τραμπ, Σάντερς και Άλτμαν σηματοδοτεί το τέλος της εποχής του «laissez-faire» στην τεχνολογία και την αρχή μιας νέας εποχής όπου το κράτος και η κοινωνία απαιτούν μια θέση στο τραπέζι των κερδών.