Η διπλωματική «ειδική σχέση» μεταξύ Ουάσινγκτον και Λονδίνου δοκιμάζεται για άλλη μια φορά στα όριά της, καθώς η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ κλιμακώνει την πίεση προς το Ηνωμένο Βασίλειο για την κατάργηση του αμφιλεγόμενου Φόρου Ψηφιακών Υπηρεσιών (Digital Services Tax - DST). Σύμφωνα με πρόσφατες αναφορές και δηλώσεις αξιωματούχων από το Γραφείο του Αντιπροσώπου Εμπορίου των ΗΠΑ (USTR), η αμερικανική πλευρά είναι έτοιμη να επιβάλει δασμούς ύψους δισεκατομμυρίων δολαρίων σε βρετανικά προϊόντα, εάν η κυβέρνηση του Keir Starmer δεν υποχωρήσει στις απαιτήσεις για την προστασία των αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών.
Το Μήλο της Έριδος: Ο Φόρος 2%
Ο Φόρος Ψηφιακών Υπηρεσιών του Ηνωμένου Βασιλείου, ο οποίος θεσπίστηκε το 2020, επιβάλλει συντελεστή 2% στα έσοδα που προέρχονται από χρήστες στο Ηνωμένο Βασίλειο για μηχανές αναζήτησης, πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και διαδικτυακές αγορές. Ενώ ο φόρος στοχεύει εταιρείες με παγκόσμια έσοδα άνω των 500 εκατομμυρίων λιρών, στην πράξη πλήττει κυρίως αμερικανικές επιχειρήσεις όπως η Google, η Amazon και η Meta. Για το Λονδίνο, ο φόρος αποτελεί ένα κρίσιμο εργαλείο για τη διασφάλιση της φορολογικής δικαιοσύνης, καθώς οι εταιρείες αυτές συχνά μεταφέρουν τα κέρδη τους σε δικαιοδοσίες με χαμηλή φορολογία.
Ωστόσο, για την Ουάσινγκτον, ο DST θεωρείται «μεροληπτικός» και «προστατευτικός». Η κυβέρνηση Τραμπ, πιστή στο δόγμα «America First», υποστηρίζει ότι ο φόρος στοχεύει άδικα την αμερικανική καινοτομία. Η απειλή των δασμών δεν είναι νέα, αλλά η ένταση με την οποία επανέρχεται το 2026 δείχνει μια αποφασιστικότητα να κλείσει το μέτωπο αυτό με κάθε κόστος, ακόμη και αν αυτό σημαίνει έναν πλήρη εμπορικό πόλεμο με έναν από τους στενότερους συμμάχους των ΗΠΑ.
Οι Δασμοί ως Μοχλός Πίεσης
Οι προτεινόμενοι δασμοί από τις ΗΠΑ δεν θα πλήξουν τον τεχνολογικό τομέα, αλλά παραδοσιακές βρετανικές βιομηχανίες, με στόχο να προκληθεί η μέγιστη δυνατή πολιτική πίεση στο εσωτερικό του Ηνωμένου Βασιλείου. Στη λίστα των «θυμάτων» περιλαμβάνονται το σκωτσέζικο ουίσκι, τα είδη πολυτελείας, τα κεραμικά και τα εξαρτήματα αυτοκινήτων. Η στρατηγική αυτή έχει δοκιμαστεί στο παρελθόν και αποσκοπεί στο να στρέψει τους Βρετανούς παραγωγούς κατά της κυβέρνησής τους.
- Σκωτσέζικο Ουίσκι: Μια βιομηχανία που έχει ήδη υποφέρει από προηγούμενους δασμούς και κινδυνεύει να χάσει το 25% των εξαγωγών της προς τις ΗΠΑ.
- Αυτοκινητοβιομηχανία: Η επιβολή δασμών σε βρετανικά αυτοκίνητα θα μπορούσε να κλονίσει την ήδη εύθραυστη ανάκαμψη του κλάδου μετά το Brexit.
- Μόδα και Πολυτέλεια: Εμβληματικοί οίκοι του Λονδίνου θα δουν τις τιμές τους να εκτοξεύονται στην αμερικανική αγορά, καθιστώντας τους μη ανταγωνιστικούς.
Το Αδιέξοδο του ΟΟΣΑ και η Βρετανική Διπλωματία
Η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στην αργή πρόοδο των διαπραγματεύσεων στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) για τον λεγόμενο «Πρώτο Πυλώνα» (Pillar One). Η διεθνής συμφωνία αποσκοπούσε στην αντικατάσταση των εθνικών ψηφιακών φόρων με ένα ενιαίο παγκόσμιο σύστημα. Ωστόσο, η απροθυμία των ΗΠΑ να επικυρώσουν τη συμφωνία στο Κογκρέσο έχει οδηγήσει σε τέλμα. Το Λονδίνο υποστηρίζει ότι θα καταργήσει τον DST μόνο όταν τεθεί σε ισχύ η παγκόσμια λύση, μια θέση που η Ουάσινγκτον θεωρεί πλέον απαράδεκτη.
«Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε σε ξένες δυνάμεις να επιβάλλουν αυθαίρετους φόρους στις κορυφαίες εταιρείες μας ενώ εμείς περιμένουμε μια υποθετική παγκόσμια συμφωνία που μπορεί να μην έρθει ποτέ», δήλωσε πηγή προσκείμενη στον Λευκό Οίκο.
Για τον Keir Starmer, η κατάσταση είναι εξαιρετικά δύσκολη. Από τη μία πλευρά, η βρετανική οικονομία χρειάζεται απεγνωσμένα μια εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ για να αντισταθμίσει τις απώλειες από την αποχώρηση από την ενιαία αγορά της ΕΕ. Από την άλλη, η υποχώρηση στις αμερικανικές απειλές θα θεωρηθεί ως πλήγμα στην εθνική κυριαρχία και θα στερήσει από τα δημόσια ταμεία έσοδα δισεκατομμυρίων λιρών σε μια περίοδο δημοσιονομικής στενότητας.
Συμπέρασμα: Προς μια Μετωπική Σύγκρουση;
Το 2026 φαίνεται να είναι το έτος της κρίσης για τις ψηφιακές φορολογικές πολιτικές. Εάν η Ουάσινγκτον προχωρήσει στην επιβολή δασμών, το Λονδίνο θα βρεθεί μπροστά σε ένα δίλημμα: να απαντήσει με δικά του αντίποινα, ξεκινώντας έναν εμπορικό πόλεμο που θα βλάψει και τις δύο πλευρές, ή να συνθηκολογήσει, στέλνοντας το μήνυμα ότι η οικονομική του πολιτική υπαγορεύεται από τον Λευκό Οίκο. Η εξέλιξη αυτής της αντιπαράθεσης θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον της Big Tech στην Ευρώπη, αλλά και τη φύση των διατλαντικών σχέσεων στη νέα εποχή του προστατευτισμού.