Καθώς διανύουμε το δεύτερο τρίμηνο του 2026, το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης βρίσκεται μπροστά σε μια γνώριμη αλλά σύνθετη πρόκληση: τη διαχείριση της υπεραπόδοσης των δημόσιων εσόδων. Η είδηση ότι το πρωτογενές πλεόνασμα υπερέβη τις αρχικές εκτιμήσεις δεν αποτελεί απλώς μια στατιστική επιτυχία, αλλά το «κλειδί» που ανοίγει την πόρτα για ένα νέο πακέτο παρεμβάσεων. Με το βλέμμα στραμμένο στην 90ή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ), η κυβέρνηση επιχειρεί να συγκεράσει τις απαιτήσεις των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων με την πιεστική ανάγκη της κοινωνίας για ανακούφιση από το αυξημένο κόστος ζωής.
Τα «κλειδιά» του πλεονάσματος και οι άμεσες παρεμβάσεις
Η υπέρβαση των στόχων δεν είναι τυχαία. Προέρχεται από έναν συνδυασμό ισχυρής ανάπτυξης στον κλάδο του τουρισμού, της ψηφιοποίησης των συναλλαγών που περιόρισε τη φοροδιαφυγή, αλλά και – αναπόφευκτα – από τα αυξημένα έσοδα του ΦΠΑ λόγω του πληθωρισμού. Αυτός ο «δημοσιονομικός χώρος» που δημιουργείται, εκτιμάται ότι θα επιτρέψει τη διανομή ενός έκτακτου βοηθήματος σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες πριν από το τέλος του έτους, αλλά και τη δρομολόγηση μόνιμων ελαφρύνσεων από το 2027.
- Έκτακτη ενίσχυση σε χαμηλοσυνταξιούχους και δικαιούχους επιδομάτων.
- Επέκταση της επιδότησης στο ρεύμα για τα νοικοκυριά που πλήττονται από τις διακυμάνσεις της χονδρικής αγοράς.
- Περαιτέρω μείωση των ασφαλιστικών εισφορών για την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζομένων.
Η στρατηγική του Υπουργείου Οικονομικών είναι σαφής: καμία κίνηση δεν πρέπει να θέσει σε κίνδυνο την επενδυτική βαθμίδα ή τη σταθερότητα της οικονομίας. Ωστόσο, η πολιτική πίεση για «κοινωνικό μέρισμα» είναι έντονη, ειδικά σε μια περίοδο που οι τιμές των τροφίμων παραμένουν σε υψηλά επίπεδα παρά την αποκλιμάκωση του γενικού πληθωρισμού.
Συνταξιούχοι και Προσωπική Διαφορά: Το τέλος μιας εκκρεμότητας;
Ένα από τα πιο ακανθώδη ζητήματα παραμένει η «προσωπική διαφορά» των συνταξιούχων. Παρά τις διαδοχικές αυξήσεις των τελευταίων ετών, χιλιάδες απόμαχοι της εργασίας βλέπουν τις αυξήσεις τους να απορροφώνται από αυτό το λογιστικό κατάλοιπο του παρελθόντος. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι το πακέτο της ΔΕΘ θα περιλαμβάνει μια πιο μόνιμη λύση για αυτή την κατηγορία, πιθανώς μέσω μιας κλιμακωτής εφάπαξ ενίσχυσης που θα λειτουργεί ως «γέφυρα» μέχρι την πλήρη εξάλειψη της διαφοράς.
«Η οικονομική ανάπτυξη δεν έχει νόημα αν δεν μεταφράζεται σε βελτίωση της καθημερινότητας του πολίτη», αναφέρουν κυβερνητικές πηγές, δίνοντας το στίγμα των προθέσεων του Πρωθυπουργού.
Επιπλέον, εξετάζεται η αναμόρφωση της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ), ώστε να μην οδηγεί σε μειώσεις των καθαρών αποδοχών όταν δίνονται ονομαστικές αυξήσεις. Πρόκειται για μια στρέβλωση που έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και η διόρθωσή της θεωρείται πλέον επιβεβλημένη.
Ενεργειακή κρίση και ακρίβεια: Η μάχη της καθημερινότητας
Παρά την ομαλοποίηση των διεθνών τιμών ενέργειας σε σύγκριση με το 2022, η ελληνική αγορά παραμένει ευάλωτη σε απότομες αυξήσεις. Η κυβέρνηση προσανατολίζεται στη διατήρηση ενός μηχανισμού «ασφαλείας» για τους λογαριασμούς ρεύματος, εστιάζοντας όμως πλέον στοχευμένα στους ενεργειακά φτωχούς και στις πολύτεκνες οικογένειες. Η εποχή των οριζόντιων επιδοτήσεων έχει περάσει ανεπιστρεπτί, καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητά επίμονα την κατάργησή τους για τη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Στο μέτωπο της ακρίβειας, το βάρος πέφτει στους ελέγχους στην αγορά και στην ενίσχυση του ανταγωνισμού. Ωστόσο, το «πακέτο ΔΕΘ» αναμένεται να περιλαμβάνει και μέτρα για τη στέγαση, όπως η επέκταση του προγράμματος «Σπίτι μου», αναγνωρίζοντας ότι το κόστος ενοικίασης αποτελεί πλέον το μεγαλύτερο βάρος για τα νέα ζευγάρια και τη μεσαία τάξη.
Το στρατηγικό στοίχημα της ΔΕΘ
Η φετινή παρουσία του Πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη δεν θα είναι μια απλή παράθεση παροχών. Στόχος είναι η παρουσίαση ενός συνεκτικού σχεδίου για την «Ελλάδα του 2030», όπου η ψηφιακή μετάβαση και η πράσινη οικονομία θα αποτελούν τους πυλώνες της νέας παραγωγικής δομής. Η αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης σε συνδυασμό με το πλεόνασμα δίνει στην κυβέρνηση τα εργαλεία να προχωρήσει σε τομές που ξεπερνούν τον ορίζοντα μιας τετραετίας.
Συμπερασματικά, το κυβερνητικό πακέτο που κυοφορείται είναι μια άσκηση ισορροπίας. Από τη μία πλευρά, η ανάγκη να στηριχθούν οι αδύναμοι και να διορθωθούν αδικίες ετών, και από την άλλη, η υποχρέωση να παραμείνει η χώρα στο μονοπάτι της σοβαρότητας. Η επιτυχία αυτού του εγχειρήματος θα κριθεί όχι από το ύψος των εξαγγελιών, αλλά από την αποτελεσματικότητά τους στην πράξη και την αντοχή τους στο χρόνο.