Η πανδημία του COVID-19 λειτούργησε ως ένας βίαιος αφυπνιστής για την ευρωπαϊκή ήπειρο. Μετά από δεκαετίες αποβιομηχάνισης και μεταφοράς της παραγωγής δραστικών ουσιών (APIs) στην Ασία, η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με άδεια ράφια στα φαρμακεία και μια επικίνδυνη εξάρτηση από τρίτες χώρες, κυρίως την Κίνα και την Ινδία. Σήμερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται να διορθώνει την πορεία της με την ιστορική συμφωνία για το Critical Medicines Act (Πράξη για τα Κρίσιμα Φάρμακα), σηματοδοτώντας μια θεμελιώδη αλλαγή στο οικονομικό και υγειονομικό της μοντέλο.
Το τέλος της τυραννίας της χαμηλότερης τιμής
Για χρόνια, η ευρωπαϊκή πολιτική προμηθειών στον τομέα του φαρμάκου καθοριζόταν από έναν και μοναδικό γνώμονα: το χαμηλότερο δυνατό κόστος. Οι εθνικοί οργανισμοί υγείας, στην προσπάθειά τους να μειώσουν τις δαπάνες, πίεζαν τις τιμές των γενοσήμων σε επίπεδα που καθιστούσαν την παραγωγή εντός Ευρώπης οικονομικά ασύμφορη. Το αποτέλεσμα ήταν η μαζική έξοδος των εργοστασίων προς την Ανατολή. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, το 40% των τελικών φαρμάκων που καταναλώνονται στην Ε.Ε. προέρχεται από τρίτες χώρες, ενώ για τις δραστικές ουσίες το ποσοστό αυτό αγγίζει το 80%.
Με το Critical Medicines Act, η Ε.Ε. εισάγει για πρώτη φορά κριτήρια που υπερβαίνουν την τιμή. Η ασφάλεια του εφοδιασμού, τα περιβαλλοντικά πρότυπα και η κοινωνική ευθύνη γίνονται πλέον μέρος της εξίσωσης των διαγωνισμών. Αυτό σημαίνει ότι μια ευρωπαϊκή φαρμακοβιομηχανία, παρά το υψηλότερο εργατικό και ενεργειακό κόστος, θα μπορεί να ανταγωνιστεί επί ίσοις όροις έναν εισαγωγέα από την Ασία, καθώς η «εγγύτητα» και η «αξιοπιστία» αποκτούν πλέον χρηματική αξία.
Στρατηγική αυτονομία και γεωπολιτική
Η κίνηση αυτή δεν είναι μόνο υγειονομική, αλλά βαθιά γεωπολιτική. Στο πλαίσιο του «de-risking» (μείωση κινδύνου) από την Κίνα, οι Βρυξέλλες αναγνωρίζουν ότι το φάρμακο είναι εξίσου στρατηγικό αγαθό με την ενέργεια ή τους ημιαγωγούς. Η λίστα με τα «κρίσιμα φάρμακα» περιλαμβάνει πλέον πάνω από 200 ουσίες, από κοινά αντιβιοτικά και ινσουλίνη μέχρι ογκολογικά σκευάσματα, η έλλειψη των οποίων θα μπορούσε να προκαλέσει κοινωνική αστάθεια.
Η δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Συμμαχίας για τα Κρίσιμα Φάρμακα (Critical Medicines Alliance) αποσκοπεί στον συντονισμό των κρατών-μελών για την κοινή προμήθεια και την αποθήκευση στρατηγικών αποθεμάτων. Επιπλέον, προβλέπονται κίνητρα για την επανεγκατάσταση (re-shoring) μονάδων παραγωγής σε ευρωπαϊκό έδαφος, μέσω χρηματοδοτικών εργαλείων και απλοποίησης των αδειοδοτικών διαδικασιών. Αυτό αποτελεί μια τεράστια ευκαιρία για χώρες με ισχυρή εγχώρια φαρμακοβιομηχανία, όπως η Ελλάδα, η οποία διαθέτει ήδη τις υποδομές και το ανθρώπινο δυναμικό για να πρωταγωνιστήσει σε αυτή τη νέα εποχή.
Προκλήσεις και το κόστος της ανθεκτικότητας
Παρά την αισιοδοξία, ο δρόμος προς την αυτονομία δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Η επιστροφή της παραγωγής στην Ευρώπη συνεπάγεται υψηλότερο κόστος για τα συστήματα υγείας, τα οποία είναι ήδη πιεσμένα από τη γήρανση του πληθυσμού. Το ερώτημα που τίθεται είναι ποιος θα πληρώσει το «premium» της ασφάλειας. Οι κυβερνήσεις θα πρέπει να ισορροπήσουν ανάμεσα στη δημοσιονομική πειθαρχία και την ανάγκη για εγγυημένη πρόσβαση σε φάρμακα.
Επιπλέον, η ενεργειακή κρίση παραμένει μια ανοιχτή πληγή. Η παραγωγή χημικών ουσιών για φάρμακα είναι ενεργοβόρα, και όσο η Ευρώπη παλεύει με τις υψηλές τιμές ενέργειας, ο ανταγωνισμός με τις ΗΠΑ ή την Ασία θα παραμένει άνισος. Η επιτυχία του Critical Medicines Act θα εξαρτηθεί τελικά από την ταχύτητα υλοποίησης και τη συνοχή των κρατών-μελών. Αν η Ευρώπη καταφέρει να μετατρέψει την υγεία σε πυλώνα της βιομηχανικής της αναγέννησης, τότε η κρίση της πανδημίας θα έχει αφήσει πίσω της μια πολύτιμη κληρονομιά.