Κατά τη διάρκεια της κορύφωσης της πανδημίας COVID-19, οι εφαρμογές ιχνηλάτησης επαφών (contact-tracing apps) παρουσιάστηκαν ως το απόλυτο ψηφιακό όπλο κατά της διασποράς. Με την υποστήριξη κολοσσών όπως η Apple και η Google, εκατομμύρια άνθρωποι κατέβασαν λογισμικό που χρησιμοποιούσε σήματα Bluetooth για να καταγράφει την εγγύτητα με άλλα άτομα. Ωστόσο, καθώς ο κόσμος στρέφει την προσοχή του σε άλλες αναδυόμενες απειλές, όπως ο ιός Hanta (Hantavirus), η υπόσχεση μιας «ψηφιακής πανάκειας» αρχίζει να καταρρέει κάτω από το βάρος της βιολογικής και επιδημιολογικής πραγματικότητας.
Η Βιολογική Ασυμβατότητα: Τρωκτικά εναντίον Σταγονιδίων
Ο βασικός λόγος για τον οποίο οι εφαρμογές ιχνηλάτησης είναι ουσιαστικά άχρηστες για τον ιό Hanta έγκειται στον τρόπο μετάδοσής του. Ενώ ο SARS-CoV-2 είναι ένας εξαιρετικά μεταδοτικός ιός που εξαπλώνεται από άνθρωπο σε άνθρωπο μέσω του αέρα, ο ιός Hanta είναι κυρίως μια ζωονόσος. Οι άνθρωποι μολύνονται συνήθως μέσω της επαφής με ούρα, κόπρανα ή σάλιο μολυσμένων τρωκτικών, ή μέσω της εισπνοής αερολυμάτων που περιέχουν αυτά τα εκκρίματα. Η μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο είναι εξαιρετικά σπάνια και έχει παρατηρηθεί σχεδόν αποκλειστικά σε συγκεκριμένα στελέχη στη Νότια Αμερική, όπως ο ιός Andes.
Επομένως, μια εφαρμογή που βασίζεται στην εγγύτητα μεταξύ δύο smartphone δεν μπορεί να ανιχνεύσει την πραγματική πηγή κινδύνου: την παρουσία ενός μολυσμένου ποντικιού σε μια αποθήκη ή την εισπνοή σκόνης κατά το καθάρισμα ενός εξοχικού σπιτιού. Η τεχνολογία Bluetooth, όσο εξελιγμένη και αν είναι, αδυνατεί να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ της ανθρώπινης κοινωνικής συμπεριφοράς και της οικολογικής έκθεσης σε παθογόνα του περιβάλλοντος.
Το Παράδοξο των Μικρών Επιδημιών και τα Στατιστικά Σφάλματα
Ακόμη και στις σπάνιες περιπτώσεις όπου η μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο είναι δυνατή, οι ψηφιακές εφαρμογές αντιμετωπίζουν ένα ανυπέρβλητο στατιστικό εμπόδιο. Οι εφαρμογές ιχνηλάτησης απαιτούν μια «κρίσιμη μάζα» χρηστών για να είναι αποτελεσματικές. Σε μια πανδημία παγκόσμιας κλίμακας, η πιθανότητα να συναντήσετε κάποιον άλλο χρήστη είναι υψηλή. Σε μια μικρή, εντοπισμένη έξαρση του ιού Hanta, η πιθανότητα αυτή είναι μηδαμινή.
Επιπλέον, υπάρχει το ζήτημα των «ψευδώς θετικών» αποτελεσμάτων. Σε πληθυσμούς με πολύ χαμηλό επιπολασμό μιας νόσου, ακόμη και μια εφαρμογή με υψηλή ακρίβεια θα παράγει περισσότερες λανθασμένες ειδοποιήσεις παρά πραγματικές προειδοποιήσεις. Αυτό οδηγεί σε «κόπωση ειδοποιήσεων» και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στις αρχές δημόσιας υγείας. Για τον ιό Hanta, όπου τα κρούσματα είναι συχνά μεμονωμένα και γεωγραφικά διασκορπισμένα, η χειροκίνητη ιχνηλάτηση από έμπειρους επιδημιολόγους παραμένει ο χρυσός κανόνας, καθώς επιτρέπει τη διερεύνηση του περιβάλλοντος και των συνηθειών του ασθενούς, κάτι που κανένας αλγόριθμος δεν μπορεί να υποκαταστήσει.
Το Ζήτημα της Ιδιωτικότητας και ο Στιγματισμός
Μια άλλη κρίσιμη παράμετρος είναι η προστασία των προσωπικών δεδομένων σε μικρές κοινότητες. Στην περίπτωση του COVID-19, η ανωνυμία ήταν ευκολότερο να διατηρηθεί λόγω του τεράστιου αριθμού των κρουσμάτων. Σε μια έξαρση του ιού Hanta, όπου μπορεί να υπάρχουν μόνο δύο ή τρία κρούσματα σε μια ολόκληρη περιοχή, μια ειδοποίηση στο κινητό μπορεί εύκολα να «φωτογραφίσει» τον ασθενή. Αυτό δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους στιγματισμού και κοινωνικής απομόνωσης.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι η εμμονή με τις «τεχνολογικές λύσεις» (technological solutionism) συχνά αποσπά πόρους και προσοχή από τις βασικές υποδομές δημόσιας υγείας. Αντί για επενδύσεις σε αμφίβολες εφαρμογές, η αντιμετώπιση του ιού Hanta απαιτεί καλύτερη ενημέρωση του κοινού για την υγιεινή, έλεγχο των πληθυσμών των τρωκτικών και ενίσχυση των εργαστηρίων διάγνωσης. Η τεχνολογία πρέπει να λειτουργεί ως συμπλήρωμα και όχι ως υποκατάστατο της παραδοσιακής ιατρικής και επιδημιολογικής έρευνας. Η ιστορία του ιού Hanta μας υπενθυμίζει ότι, παρά την ψηφιακή μας πρόοδο, παραμένουμε μέρος ενός πολύπλοκου βιολογικού οικοσυστήματος που δεν μπορεί πάντα να κωδικοποιηθεί σε μερικές γραμμές κώδικα.