Σε μια εποχή που η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) μεταμορφώνει ραγδαία την παγκόσμια οικονομία, ο γερουσιαστής του Βερμόντ, Bernie Sanders, παρεμβαίνει με ένα ηχηρό μήνυμα μέσω των New York Times. Η κεντρική του θέση είναι σαφής: η AI δεν είναι το προϊόν μερικών ιδιοφυιών της Silicon Valley, αλλά το αποτέλεσμα της συλλογικής ανθρώπινης γνώσης αιώνων. Ως εκ τούτου, τα οφέλη από την αυξημένη παραγωγικότητα που προσφέρει η τεχνολογία αυτή δεν πρέπει να καταλήγουν αποκλειστικά στις τσέπες των μετόχων και των δισεκατομμυριούχων, αλλά να διαχέονται σε ολόκληρη την κοινωνία.

Η Μεγάλη Κλοπή της Συλλογικής Γνώσης

Ο Sanders υποστηρίζει ότι τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα (LLMs) και οι αλγόριθμοι παραγωγικής AI εκπαιδεύτηκαν πάνω σε δεδομένα που δημιουργήθηκαν από εκατομμύρια ανθρώπους: συγγραφείς, καλλιτέχνες, προγραμματιστές και απλούς χρήστες του διαδικτύου. Αυτή η «ψηφιακή κοινοκτημοσύνη» χρησιμοποιήθηκε χωρίς αποζημίωση για να χτιστούν αυτοκρατορίες δισεκατομμυρίων. Σύμφωνα με τον Sanders, βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα μορφή περιφράξεων (enclosures), όπου ο δημόσιος πλούτος της πληροφορίας ιδιωτικοποιείται από ελάχιστους τεχνολογικούς κολοσσούς.

Η ανάλυσή του δεν περιορίζεται στην ηθική διάσταση. Προειδοποιεί ότι αν αφεθεί η AI στην ανεξέλεγκτη δράση των δυνάμεων της αγοράς, το αποτέλεσμα θα είναι η περαιτέρω διεύρυνση της οικονομικής ανισότητας, η οποία βρίσκεται ήδη σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. «Αν η τεχνολογία μπορεί να κάνει τη δουλειά ενός ανθρώπου σε λιγότερο χρόνο, γιατί αυτό να σημαίνει απολύσεις και όχι περισσότερο ελεύθερο χρόνο για τον εργαζόμενο;» διερωτάται ο γερουσιαστής.

Η Πρόταση για την Εβδομάδα των 32 Ωρών

Μία από τις πιο τολμηρές προτάσεις του Sanders είναι η καθιέρωση της εβδομάδας εργασίας των 32 ωρών χωρίς μείωση αποδοχών. Υποστηρίζει ότι η τεράστια αύξηση της παραγωγικότητας που υπόσχεται η AI επιτρέπει – και επιβάλλει – μια τέτοια αλλαγή. Αντί οι εταιρείες να χρησιμοποιούν την AI για να μειώσουν το εργατικό κόστος μέσω απολύσεων, θα πρέπει να μοιραστούν τα κέρδη με το προσωπικό τους, επιτρέποντας στους ανθρώπους να έχουν μια καλύτερη ποιότητα ζωής.

  • Μείωση των ωρών εργασίας για την αντιμετώπιση της αυτοματοποίησης.
  • Ενίσχυση των συνδικάτων ώστε οι εργαζόμενοι να έχουν λόγο στην εισαγωγή της AI στους χώρους εργασίας.
  • Φορολόγηση των «ρομπότ» ή των υπερκερδών που προκύπτουν από την αυτοματοποίηση.

Ο Sanders τονίζει ότι η ιστορία της βιομηχανικής επανάστασης μας διδάσκει ότι οι βελτιώσεις στην τεχνολογία δεν οδηγούν αυτόματα σε βελτίωση της ζωής των εργαζομένων. Χρειάστηκαν σκληροί αγώνες για το οκτάωρο, την κοινωνική ασφάλιση και την απαγόρευση της παιδικής εργασίας. Η AI αποτελεί την επόμενη μεγάλη πρόκληση για το εργατικό κίνημα του 21ου αιώνα.

Δημόσια Επένδυση και Δημοκρατικός Έλεγχος

Πέρα από τα εργασιακά, ο Sanders ζητά μια ριζική αλλαγή στον τρόπο που χρηματοδοτείται και ελέγχεται η έρευνα στην AI. Προτείνει τη δημιουργία δημόσιων υποδομών AI που θα επικεντρώνονται στην επίλυση κοινωνικών προβλημάτων, όπως η κλιματική αλλαγή και η ιατρική έρευνα, αντί για τη μεγιστοποίηση των διαφημιστικών εσόδων ή την επιτήρηση των πολιτών. «Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε σε τρεις ή τέσσερις εταιρείες να ελέγχουν το μέλλον της ανθρώπινης νοημοσύνης», σημειώνει χαρακτηριστικά.

«Η επανάσταση της AI πρέπει να υπηρετεί την ανθρωπότητα, όχι να την υποδουλώνει στις ανάγκες του κεφαλαίου. Ο πλούτος που δημιουργείται από τις μηχανές ανήκει σε εκείνους των οποίων η γνώση και ο κόπος τις έκαναν δυνατές.»

Κλείνοντας, ο Sanders καλεί τους νομοθέτες παγκοσμίως να μην παρασυρθούν από το lobbying της Silicon Valley. Η ρύθμιση της AI δεν πρέπει να αφορά μόνο την «ασφάλεια» (safety) με τους όρους των εταιρειών, αλλά την οικονομική δικαιοσύνη και τη δημοκρατική λογοδοσία. Η μάχη για την AI είναι, στην ουσία της, μια μάχη για το ποιος κατέχει το μέλλον.