Σε μια κρίσιμη καμπή για την ελληνική οικονομία, ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κωστής Χατζηδάκης, έθεσε το πλαίσιο για τη μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο. Κατά τη διάρκεια πρόσφατης τοποθέτησής του, ο υπουργός υπογράμμισε ότι η Ελλάδα δεν μπορεί πλέον να στηρίζεται αποκλειστικά στον τουρισμό και την κατανάλωση, αλλά πρέπει να επενδύσει στρατηγικά στην Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ), την έρευνα και την ενίσχυση του μεγέθους των επιχειρήσεων μέσω συγχωνεύσεων. Το διακύβευμα είναι σαφές: η σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραγωγικότητας, ένας στόχος που παραμένει φευγαλέος επί δεκαετίες.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη ως Επιταχυντής Παραγωγικότητας
Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αποτελεί πλέον ένα σενάριο του μέλλοντος, αλλά ένα άμεσο εργαλείο πολιτικής. Ο κ. Χατζηδάκης επεσήμανε ότι η ενσωμάτωση της ΤΝ στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα μπορεί να προσφέρει το απαραίτητο «άλμα» που χρειάζεται η χώρα. Στον δημόσιο τομέα, η χρήση αλγορίθμων για την πάταξη της φοροδιαφυγής και την επιτάχυνση της δικαιοσύνης είναι ήδη σε εξέλιξη, αλλά η πραγματική πρόκληση βρίσκεται στον ιδιωτικό τομέα.
Οι ελληνικές επιχειρήσεις, στην πλειονότητά τους μικρομεσαίες, αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην υιοθέτηση τεχνολογιών αιχμής λόγω κόστους και έλλειψης εξειδικευμένου προσωπικού. Η κυβέρνηση σχεδιάζει κίνητρα που θα επιτρέψουν σε αυτές τις επιχειρήσεις να εκσυγχρονιστούν. Σύμφωνα με τον υπουργό, η ΤΝ μπορεί να βελτιώσει την αποδοτικότητα της εργασίας, επιτρέποντας στους εργαζόμενους να εστιάσουν σε εργασίες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, μειώνοντας παράλληλα το λειτουργικό κόστος.
Το Πρόβλημα του Μεγέθους και οι Συγχωνεύσεις
Μια από τις πιο τολμηρές αναφορές του υπουργού αφορούσε την ανάγκη για συγχωνεύσεις επιχειρήσεων. Η Ελλάδα διαθέτει έναν από τους υψηλότερους αριθμούς αυτοαπασχολούμενων και πολύ μικρών επιχειρήσεων στην Ευρώπη. Αν και αυτό αποτελεί μέρος της κοινωνικής δομής, οικονομικά δημιουργεί προβλήματα κλίμακας. Οι μικρές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να εξάγουν, να επενδύσουν σε έρευνα και να δανειοδοτηθούν με ανταγωνιστικούς όρους.
«Το μοντέλο της μικρής και απομονωμένης επιχείρησης έχει φτάσει στα όριά του. Χρειαζόμαστε σχήματα που μπορούν να σταθούν στον διεθνή ανταγωνισμό», τόνισε ο κ. Χατζηδάκης.
Για να ενθαρρυνθεί αυτή η διαδικασία, το Υπουργείο προωθεί φορολογικά κίνητρα και χρηματοδοτικά εργαλεία μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης. Στόχος είναι η δημιουργία «εθνικών πρωταθλητών» σε κλάδους όπως η τεχνολογία, η ενέργεια και η μεταποίηση. Η στρατηγική αυτή, ωστόσο, συναντά αντιδράσεις από όσους φοβούνται την ολιγοπωλιακή συγκέντρωση της αγοράς και την απώλεια της επιχειρηματικής αυτονομίας των μικρών παικτών.
Έρευνα και Καινοτομία: Η Γέφυρα προς το Μέλλον
Ο τρίτος πυλώνας της στρατηγικής είναι η επένδυση στην έρευνα και την ανάπτυξη (R&D). Παρά την πρόοδο των τελευταίων ετών, η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σε δαπάνες R&D ως ποσοστό του ΑΕΠ σε σύγκριση με τις σκανδιναβικές χώρες ή τη Γερμανία. Ο κ. Χατζηδάκης υποστήριξε ότι η σύνδεση των πανεπιστημίων με την αγορά εργασίας είναι το κλειδί για να σταματήσει το brain drain και να μετατραπεί σε brain gain.
- Αύξηση των φοροαπαλλαγών για δαπάνες επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας.
- Δημιουργία οικοσυστημάτων καινοτομίας (innovation hubs) που θα φέρνουν κοντά startups και μεγάλες βιομηχανίες.
- Αξιοποίηση των πόρων του ΕΣΠΑ για τον ψηφιακό μετασχηματισμό της μεταποίησης.
Συμπερασματικά, η ανάλυση του κ. Χατζηδάκη δείχνει ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι. Η παραγωγικότητα δεν είναι απλώς ένας αριθμός σε έναν ισολογισμό, αλλά η προϋπόθεση για υψηλότερους μισθούς και ένα βιώσιμο κοινωνικό κράτος. Η επιτυχία αυτού του εγχειρήματος θα εξαρτηθεί από την ταχύτητα υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων και την ικανότητα της ελληνικής επιχειρηματικότητας να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης.