Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, μεταβαίνοντας από τη φάση της σταθεροποίησης και της ανάκτησης της αξιοπιστίας σε μια φάση διαρθρωτικής ανόδου. Ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κωστής Χατζηδάκης, με πρόσφατες παρεμβάσεις του, έθεσε το πλαίσιο για αυτό που ονομάζεται «Πισσαρίδης 2» — μια επικαιροποιημένη στρατηγική που στοχεύει στην επίλυση του χρόνιου προβλήματος της χαμηλής παραγωγικότητας και στην εξασφάλιση ότι η ανάπτυξη δεν θα αφορά μόνο τους λίγους, αλλά το σύνολο της κοινωνίας.

Απαντώντας στις επικρίσεις περί «εκθέσεων που μένουν στα συρτάρια», ο κ. Χατζηδάκης παρουσίασε στοιχεία που ανατρέπουν αυτή την εικόνα. Σύμφωνα με τον Υπουργό, το 83% των συστάσεων της πρώτης έκθεσης Πισσαρίδη (2020) έχει ήδη υλοποιηθεί ή βρίσκεται σε στάδιο υλοποίησης. Αυτό το ποσοστό, αν και αμφισβητείται από την αντιπολίτευση ως προς την ποιοτική του επίδραση, αποτελεί για την κυβέρνηση το διαβατήριο για τη συνέχεια των μεταρρυθμίσεων. Η νέα έκθεση, υπό την εποπτεία του νομπελίστα Χριστόφορου Πισσαρίδη, δεν έρχεται να αντικαταστήσει την προηγούμενη, αλλά να την εξειδικεύσει στις νέες προκλήσεις: τεχνητή νοημοσύνη, κλιματική αλλαγή και δημογραφικό.

Το Έλλειμμα Παραγωγικότητας και η Ευρωπαϊκή Σύγκλιση

Το κεντρικό επιχείρημα του οικονομικού επιτελείου είναι ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να βασίζεται πλέον μόνο στον τουρισμό και την κατανάλωση. Η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα παραμένει χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, παρά τη σημαντική μείωση της ανεργίας. Ο «Πισσαρίδης 2» εστιάζει στην ενίσχυση των επενδύσεων σε πάγιο κεφάλαιο, την ψηφιοποίηση των επιχειρήσεων και την αναβάθμιση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού (upskilling). Χωρίς αύξηση της παραγωγικότητας, οι αυξήσεις στους μισθούς κινδυνεύουν να τροφοδοτήσουν τον πληθωρισμό αντί για την ευημερία.

Η στρατηγική περιλαμβάνει κίνητρα για τη μεγέθυνση των ελληνικών επιχειρήσεων. Είναι γνωστό ότι η ελληνική οικονομία κυριαρχείται από πολύ μικρές επιχειρήσεις που δυσκολεύονται να εξάγουν και να επενδύσουν στην έρευνα και ανάπτυξη (R&D). Μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων και χρηματοδοτικών εργαλείων από το Ταμείο Ανάκαμψης, το σχέδιο επιδιώκει τη δημιουργία «οικονομιών κλίμακας» που θα επιτρέψουν στις ελληνικές εταιρείες να σταθούν με αξιώσεις στον διεθνή ανταγωνισμό.

Διάχυση του Πλούτου: Μύθος ή Πραγματικότητα;

Ίσως το πιο πολιτικά φορτισμένο σημείο της ομιλίας Χατζηδάκη ήταν η αναφορά στη «διάχυση του πλούτου». Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η μείωση της ανεργίας κάτω από το 10% και η διαδοχική αύξηση του κατώτατου μισθού είναι η απόδειξη ότι η ανάπτυξη φτάνει στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Ωστόσο, η πραγματικότητα της ακρίβειας και του κόστους στέγασης πιέζει το διαθέσιμο εισόδημα, δημιουργώντας ένα αίσθημα αδικίας σε μεγάλα στρώματα του πληθυσμού.

Ο «Πισσαρίδης 2» καλείται να προτείνει λύσεις για τη μείωση των ανισοτήτων, όχι μέσω επιδομάτων, αλλά μέσω της δημιουργίας ποιοτικών θέσεων εργασίας. Η έμφαση δίνεται στη μεταποίηση και την τεχνολογία, τομείς που παραδοσιακά προσφέρουν υψηλότερες αμοιβές. Επιπλέον, εξετάζονται παρεμβάσεις στο φορολογικό σύστημα για την περαιτέρω ελάφρυνση των μισθωτών, ώστε να περιοριστεί η «διαρροή εγκεφάλων» (brain drain) και να ενισχυθεί η μεσαία τάξη.

Η Σύνδεση με την Έκθεση Ντράγκι και το Μέλλον της ΕΕ

Δεν είναι τυχαίο ότι η συζήτηση για τον «Πισσαρίδη 2» συμπίπτει με τις ευρύτερες ευρωπαϊκές ανησυχίες, όπως αυτές εκφράστηκαν στην έκθεση του Μάριο Ντράγκι για την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης. Η Ελλάδα προσπαθεί να ευθυγραμμιστεί με την ευρωπαϊκή ανάγκη για στρατηγική αυτονομία και καινοτομία. Ο κ. Χατζηδάκης υπογράμμισε ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν είναι μια «επιβολή των Βρυξελλών», αλλά μια εσωτερική ανάγκη επιβίωσης σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία.

Συμπερασματικά, ο «Πισσαρίδης 2» αποτελεί το φιλόδοξο αφήγημα της κυβέρνησης για τη δεύτερη θητεία της. Η επιτυχία του δεν θα κριθεί από τον αριθμό των νομοσχεδίων που θα ψηφιστούν, αλλά από το αν η ελληνική επιχείρηση θα γίνει πιο εξωστρεφής και αν ο Έλληνας εργαζόμενος θα δει το βιοτικό του επίπεδο να συγκλίνει πραγματικά με εκείνο των εταίρων μας στην Ευρωζώνη. Η πρόκληση είναι τεράστια, καθώς οι δομικές αγκυλώσεις δεκαετιών δεν κάμπτονται εύκολα, ακόμα και με τις καλύτερες εκθέσεις νομπελιστών.