Η αυλαία της συνόδου κορυφής της G7 το 2026 έπεσε με έναν τρόπο που μόνο ο Ντόναλντ Τραμπ θα μπορούσε να ενορχηστρώσει: ένα μείγμα ωμού ρεαλισμού, αμφισβήτησης των παραδοσιακών συμμαχιών και μιας απροσδόκητης εστίασης στην τεχνολογική κυριαρχία. Καθώς οι ηγέτες των ισχυρότερων οικονομιών του κόσμου αποχωρούν, το τοπίο της διεθνούς διπλωματίας φαίνεται ριζικά αλλαγμένο. Η ατζέντα, η οποία κυριαρχήθηκε από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, τον πόλεμο στην Ουκρανία και την ανεξέλεγκτη άνοδο της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ), ανέδειξε το χάσμα μεταξύ της «Αμερικής Πρώτα» και της ευρωπαϊκής επιθυμίας για πολυμερή συνεργασία.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη ως το Νέο Πυρηνικό Όπλο
Για πρώτη φορά στην ιστορία της G7, η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν συζητήθηκε ως ένα απλό εργαλείο οικονομικής ανάπτυξης, αλλά ως ο κύριος πυλώνας της εθνικής ασφάλειας. Ο Πρόεδρος Τραμπ κατέστησε σαφές ότι η δική του κυβέρνηση βλέπει την ΤΝ ως μια κούρσα εξοπλισμών την οποία οι ΗΠΑ προτίθενται να κερδίσουν, ακόμη και αν αυτό σημαίνει την παράκαμψη των διεθνών ρυθμιστικών πλαισίων που προωθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η αμερικανική θέση ήταν επιθετική: λιγότεροι περιορισμοί για τις εταιρείες της Silicon Valley και περισσότερη έμφαση στην ενσωμάτωση της ΤΝ στα οπλικά συστήματα.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες, με επικεφαλής τον Γάλλο Πρόεδρο και τον Γερμανό Καγκελάριο, προσπάθησαν να προωθήσουν μια «ανθρωποκεντρική» προσέγγιση, εκφράζοντας ανησυχίες για την ηθική χρήση των αλγορίθμων και την προστασία της δημοκρατίας. Ωστόσο, η Ουάσιγκτον φαίνεται να κινείται σε μια τροχιά όπου η τεχνολογική υπεροχή αποτελεί τη μόνη εγγύηση ισχύος απέναντι στην Κίνα. Η σύγκρουση αυτή αναδεικνύει μια νέα μορφή «ψηφιακού εθνικισμού», όπου τα δεδομένα και η υπολογιστική ισχύς γίνονται τα νέα σύνορα της κυριαρχίας.
Ουκρανία: Η Διπλωματία της «Σκληρής Ειρήνης»
Το ζήτημα της Ουκρανίας αποτέλεσε το πιο ακανθώδες σημείο της συνόδου. Ο Τραμπ, πιστός στην προεκλογική του υπόσχεση για τερματισμό του πολέμου «σε 24 ώρες», πίεσε τους συμμάχους για μια ταχεία διπλωματική λύση που πολλοί στο Κίεβο και στις Βρυξέλλες θεωρούν συνθηκολόγηση. Η ρητορική του για τη μείωση της οικονομικής βοήθειας προς την Ουκρανία, αν δεν υπάρξει άμεση διαπραγμάτευση με τη Μόσχα, προκάλεσε ρίγη ανησυχίας στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.
Η προσέγγιση της Ουάσιγκτον βασίζεται στην ιδέα ότι η Ευρώπη πρέπει να αναλάβει το πλήρες κόστος της δικής της ασφάλειας. Ενώ οι ηγέτες της G7 προσπάθησαν να παρουσιάσουν ένα ενιαίο μέτωπο, οι παρασκηνιακές διαβουλεύσεις αποκάλυψαν τη βαθιά δυσπιστία. Ο Τραμπ φαίνεται να προκρίνει ένα μοντέλο όπου η εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας μπορεί να τεθεί υπό διαπραγμάτευση με αντάλλαγμα μια μακροχρόνια κατάπαυση του πυρός, μια θέση που έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τις μέχρι τώρα δεσμεύσεις της Δύσης.
Το Ιράν και η Επιστροφή της Μέγιστης Πίεσης
Στο μέτωπο του Ιράν, η σύνοδος επιβεβαίωσε την επιστροφή στην πολιτική της «μέγιστης πίεσης». Ο Αμερικανός Πρόεδρος απέρριψε κάθε ενδεχόμενο επιστροφής στην παλιά πυρηνική συμφωνία, ζητώντας ένα νέο, πολύ πιο περιοριστικό πλαίσιο που θα περιλαμβάνει το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων της Τεχεράνης και την επιρροή της στην περιοχή. Οι Ευρωπαίοι εταίροι, που επί χρόνια προσπαθούσαν να κρατήσουν ζωντανή τη διπλωματική οδό, βρέθηκαν αντιμέτωποι με το δίλημμα: είτε να ακολουθήσουν τις νέες αμερικανικές κυρώσεις, είτε να διακινδυνεύσουν τη δική τους πρόσβαση στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Η ένταση στη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με την ενεργειακή κρίση που συνεχίζει να υποβόσκει, καθιστά τη στάση του Ιράν κρίσιμη. Η G7 κατέληξε σε ένα ανακοινωθέν που, αν και καταδικάζει την πυρηνική κλιμάκωση, φέρει έντονη την υπογραφή της αμερικανικής σκληρής γραμμής. Η στρατηγική του Τραμπ είναι σαφής: η απομόνωση της Τεχεράνης είναι ο μόνος δρόμος, ακόμα και αν αυτό αυξάνει τον κίνδυνο μιας περιφερειακής σύρραξης.
Συμπεράσματα: Μια Διασπασμένη G7;
Η σύνοδος του 2026 θα μείνει στην ιστορία ως η στιγμή που η G7 έπαψε να λειτουργεί ως μια ομοιογενής ομάδα αξιών και μετατράπηκε σε ένα πεδίο συναλλακτικής διπλωματίας. Ο Ντόναλντ Τραμπ χρησιμοποίησε τη σύνοδο για να στείλει ένα μήνυμα τόσο στους εχθρούς όσο και στους φίλους: η Αμερική δεν θα είναι πλέον ο «εγγυητής» της παγκόσμιας τάξης χωρίς ανταλλάγματα. Είτε πρόκειται για την Τεχνητή Νοημοσύνη, είτε για την ασφάλεια στην Ευρώπη, οι κανόνες του παιχνιδιού έχουν αλλάξει. Η επόμενη μέρα βρίσκει τον κόσμο πιο αβέβαιο, με την τεχνολογία να αποτελεί το νέο εργαλείο επιβολής ισχύος σε μια διεθνή σκηνή που θυμίζει όλο και περισσότερο τον ψυχροπολεμικό ανταγωνισμό του 20ού αιώνα, αλλά με την ταχύτητα των αλγορίθμων του 21ου.