Καθώς διανύουμε τον Μάιο του 2026, η παγκόσμια οικονομική σκηνή θυμίζει έντονα το ταραγμένο παρελθόν, αλλά με μια δόση αυξημένης έντασης που προκαλεί ρίγη στην ευρωπαϊκή επιχειρηματικότητα. Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο δεν έφερε μόνο μια αλλαγή στην πολιτική ρητορική, αλλά μια ριζική αναθεώρηση των διατλαντικών σχέσεων. Το δόγμα «Πρώτα η Αμερική» (America First) έχει μετεξελιχθεί σε μια επιθετική στρατηγική «Συμμόρφωση ή Δασμοί», θέτοντας την Ευρωπαϊκή Ένωση προ των ευθυνών της.
Η Επιστροφή του «Tariff Man»
Η κεντρική ιδέα της νέας αμερικανικής διοίκησης είναι απλή όσο και τρομακτική για τις Βρυξέλλες: ένας καθολικός δασμός βάσης, ύψους 10% έως 20%, σε όλες τις εισαγωγές, συμπεριλαμβανομένων εκείνων από «συμμαχικές» χώρες. Για την ΕΕ, η οποία εξάγει ετησίως αγαθά αξίας εκατοντάδων δισεκατομμυρίων στις ΗΠΑ —από γερμανικά αυτοκίνητα μέχρι ιταλικά πολυτελή προϊόντα και ελληνικό ελαιόλαδο— αυτό αποτελεί υπαρξιακή απειλή. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι ένας τέτοιος δασμός θα μπορούσε να μειώσει το ΑΕΠ της Ευρωζώνης κατά τουλάχιστον 1% ετησίως, οδηγώντας σε στασιμότητα.
Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι οι δασμοί αυτοί είναι απαραίτητοι για τη μείωση του εμπορικού ελλείμματος και την αναζωογόνηση της αμερικανικής μεταποίησης. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, λειτουργούν ως μοχλός πίεσης για να αναγκάσουν την ΕΕ να ευθυγραμμιστεί με τις αμερικανικές θέσεις σε κρίσιμα ζητήματα, όπως ο περιορισμός της Κίνας και η μείωση των ρυθμιστικών εμποδίων για τις αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας.
Η Σύγκρουση για το Κλίμα και την Ενέργεια
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία τριβής είναι η «Πράσινη Συμφωνία» της ΕΕ. Ενώ οι Βρυξέλλες επιμένουν στον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM), ο οποίος επιβάλλει φόρους σε εισαγωγές από χώρες με χαλαρότερα περιβαλλοντικά πρότυπα, η κυβέρνηση Τραμπ το θεωρεί ως «κρυφό προστατευτισμό». Η νέα αμερικανική ηγεσία, έχοντας αποσυρθεί ξανά από τις διεθνείς κλιματικές δεσμεύσεις, προωθεί την παραγωγή ορυκτών καυσίμων και απαιτεί από την Ευρώπη να αγοράζει περισσότερο αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) σε προνομιακές τιμές, απειλώντας με αντίποινα αν εφαρμοστεί ο CBAM στα αμερικανικά προϊόντα.
- Οι δασμοί στον χάλυβα και το αλουμίνιο παραμένουν το «αγκάθι» στις διαπραγματεύσεις.
- Η Ευρώπη καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην κλιματική της ατζέντα και την οικονομική επιβίωση.
- Ο ενεργειακός εκβιασμός επανέρχεται στο προσκήνιο, αυτή τη φορά από τη δύση.
Η Τεχνολογία και η Τεχνητή Νοημοσύνη ως Πεδίο Μάχης
Δεν είναι όμως μόνο τα βιομηχανικά αγαθά. Η τεχνολογία αποτελεί το νέο μέτωπο. Η Ευρωπαϊκή Πράξη για την Τεχνητή Νοημοσύνη (EU AI Act) και οι ψηφιακοί φόροι που επιβάλλουν χώρες όπως η Γαλλία και η Ισπανία στις Big Tech εταιρείες έχουν εξοργίσει τον Λευκό Οίκο. Ο Τραμπ έχει καταστήσει σαφές ότι οποιαδήποτε προσπάθεια περιορισμού της κυριαρχίας της Silicon Valley θα απαντηθεί με στοχευμένους δασμούς σε εμβληματικά ευρωπαϊκά προϊόντα, όπως το κρασί και τα τυριά.
«Η Ευρώπη πρέπει να καταλάβει ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιεί τους κανονισμούς της ως όπλο κατά των αμερικανικών εταιρειών και ταυτόχρονα να περιμένει από εμάς να εγγυόμαστε την ασφάλειά της», δήλωσε πρόσφατα υψηλόβαθμος αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Η Απάντηση των Βρυξελλών: Στρατηγική Αυτονομία ή Συνθηκολόγηση;
Η ΕΕ βρίσκεται σε δύσκολη θέση. Η Γερμανία, η οικονομική ατμομηχανή της ηπείρου, είναι ιδιαίτερα ευάλωτη λόγω της εξάρτησής της από τις εξαγωγές. Η Γαλλία, από την άλλη, πιέζει για μια πιο δυναμική απάντηση μέσω της «στρατηγικής αυτονομίας», προτείνοντας την επιβολή ευρωπαϊκών αντι-δασμών. Ωστόσο, η έλλειψη ομοφωνίας εντός της Ένωσης παραλύει τη λήψη αποφάσεων. Χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, που εξαρτώνται από την αμερικανική στρατιωτική προστασία, διστάζουν να έρθουν σε ρήξη με την Ουάσιγκτον.
Το 2026 θα είναι το έτος της κρίσης. Αν η ΕΕ δεν καταφέρει να βρει μια κοινή γλώσσα απέναντι στον προστατευτισμό του Τραμπ, κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν δευτερεύοντα παίκτη στην παγκόσμια σκακιέρα, εγκλωβισμένο ανάμεσα σε δύο υπερδυνάμεις που παίζουν με τους δικούς τους κανόνες. Η συμφωνία που κάποτε θεωρούνταν δεδομένη έχει πλέον ραγίσει, και οι προσπάθειες για «συμμόρφωση» που απαιτεί η Ουάσιγκτον μπορεί να είναι το τελειωτικό χτύπημα στην ευρωπαϊκή συνοχή.