Δύο χρόνια μετά την ιστορική κοινή διακήρυξη του 2024, η συμμαχία μεταξύ του Βλαντίμιρ Πούτιν και του Σι Τζινπίνγκ δεν αποτελεί πλέον μια απλή «σχέση σκοπιμότητας», αλλά τον κεντρικό άξονα ενός αναδυόμενου πολυπολικού κόσμου. Η ρητορική που εκπορεύεται από το Κρεμλίνο και την Τσαϊντάο αντανακλά μια βαθιά πεποίθηση: ότι η Δύση, υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών, οδηγεί τον πλανήτη πίσω στον «νόμο της ζούγκλας», επιβάλλοντας μονομερείς κυρώσεις και αγνοώντας τις ανησυχίες ασφαλείας των υπόλοιπων δυνάμεων.

Η Ρήξη με τη Φιλελεύθερη Τάξη Πραγμάτων

Η κριτική των δύο ηγετών εστιάζει στην έννοια της «βασισμένης σε κανόνες διεθνούς τάξης» (rules-based international order), την οποία Μόσχα και Πεκίνο χαρακτηρίζουν ως ένα νεφελοδέδες κατασκεύασμα που εξυπηρετεί αποκλειστικά τα δυτικά συμφέροντα. Σύμφωνα με την ανάλυση των επιτελείων τους, οι κανόνες αυτοί δεν είναι προϊόν παγκόσμιας συναίνεσης αλλά επιβολής. Η προειδοποίηση για επιστροφή στον «νόμο της ζούγκλας» αποτελεί μια ειρωνική αντιστροφή των δυτικών κατηγοριών. Ενώ η Ουάσιγκτον κατηγορεί τη Ρωσία για την εισβολή στην Ουκρανία και την Κίνα για την επιθετικότητα στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, οι Πούτιν και Σι αντιτείνουν ότι η πραγματική αναρχία πηγάζει από την εργαλειοποίηση του δολαρίου και την επέκταση του ΝΑΤΟ.

Η στρατηγική τους σύγκλιση εδράζεται στην κοινή αντίληψη ότι η κυριαρχία των εθνών-κρατών πρέπει να υπερέχει των οικουμενικών αξιών περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα οποία θεωρούν πρόσχημα για επεμβάσεις στο εσωτερικό τους. Αυτή η «κυρίαρχη δημοκρατία», όπως την αποκαλούν, επιδιώκει να νομιμοποιήσει αυταρχικά μοντέλα διακυβέρνησης ως ισότιμες εναλλακτικές στη δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία.

Οικονομική και Τεχνολογική Θωράκιση

Πέρα από τη γεωπολιτική ρητορική, η σχέση Ρωσίας-Κίνας έχει αποκτήσει βαθιά δομικά χαρακτηριστικά στην οικονομία. Η αποδολαριοποίηση (de-dollarization) δεν είναι πλέον ένα θεωρητικό σενάριο, αλλά μια καθημερινή πραγματικότητα για τις συναλλαγές τους. Η Ρωσία, αποκλεισμένη από το σύστημα SWIFT, έχει μετατραπεί στον μεγαλύτερο προμηθευτή ενέργειας της Κίνας, ενώ το Πεκίνο παρέχει στη Μόσχα την τεχνολογική υποστήριξη —από ημιαγωγούς έως εξαρτήματα διπλής χρήσης— που είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της πολεμικής της μηχανής και της εγχώριας σταθερότητας.

  • Αύξηση των συναλλαγών σε Γουάν και Ρούβλι, παρακάμπτοντας το δυτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
  • Ενίσχυση του άξονα BRICS+ ως εναλλακτική στο G7.
  • Κοινά στρατιωτικά γυμνάσια που εκτείνονται από την Αρκτική έως τον Ειρηνικό Ωκεανό.
  • Συνεργασία στην ανάπτυξη Τεχνητής Νοημοσύνης για τον έλεγχο της πληροφορίας και την επιτήρηση.

Η Κίνα, αν και προσεκτική ώστε να μην υποστεί δευτερογενείς κυρώσεις που θα έπλητταν την πρόσβασή της στις δυτικές αγορές, φαίνεται να έχει επιλέξει πλευρά. Η «φιλία χωρίς όρια» που διακηρύχθηκε το 2022 δοκιμάστηκε, αλλά άντεξε, αποδεικνύοντας ότι το κοινό συμφέρον για την αποδυνάμωση της αμερικανικής ισχύος υπερτερεί των επιμέρους οικονομικών ρίσκων.

Η Σκιά του Τραμπ και το Μέλλον της Ευρώπης

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση των δύο ηγετών απέναντι στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στη Δύση. Οι αιχμές προς την πιθανή επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ αντικατοπτρίζουν μια στρατηγική αναμονής. Από τη μία πλευρά, ο απομονωτισμός του Τραμπ θα μπορούσε να αποδυναμώσει το ΝΑΤΟ και να δώσει ελεύθερο χέρι στη Ρωσία στην Ανατολική Ευρώπη. Από την άλλη, η απρόβλεπτη φύση του και η επιβολή δασμών αποτελούν κίνδυνο για την κινεζική οικονομική σταθερότητα.

«Ο κόσμος βρίσκεται σε ένα σημείο καμπής. Η προσπάθεια ορισμένων χωρών να διατηρήσουν την ηγεμονία τους με κάθε κόστος είναι αυτή που γεννά την αστάθεια», δήλωσε ο Σι Τζινπίνγκ, φωτογραφίζοντας την Ουάσιγκτον.

Για την Ευρώπη, η πρόκληση είναι υπαρξιακή. Η Γηραιά Ήπειρος βρίσκεται εγκλωβισμένη ανάμεσα στην ανάγκη για ασφάλεια (που παρέχουν οι ΗΠΑ) και την οικονομική εξάρτηση από την Κίνα. Η Μόσχα και το Πεκίνο ποντάρουν στη διάσπαση της ευρωπαϊκής ενότητας, προσεγγίζοντας χώρες που αισθάνονται παραγκωνισμένες από τις Βρυξέλλες. Το μήνυμα είναι σαφές: σε έναν κόσμο όπου ο «νόμος της ζούγκλας» επανέρχεται, οι μικρότεροι παίκτες θα πρέπει να επιλέξουν στρατόπεδο ή να συνθλιβούν ανάμεσα στις συμπληγάδες των μεγάλων δυνάμεων.