Η γεωπολιτική σκακιέρα της Μέσης Ανατολής βρίσκεται για άλλη μια φορά σε κατάσταση αναβρασμού, καθώς οι πληροφορίες για μια επικείμενη «άτυπη» συμφωνία μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν έρχονται στο φως. Στην Ιερουσαλήμ, ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου συγκάλεσε έκτακτη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου ασφαλείας, στέλνοντας ένα σαφές μήνυμα τόσο προς την Ουάσιγκτον όσο και προς τη διεθνή κοινότητα: το Ισραήλ δεν θεωρεί τον εαυτό του δεσμευμένο από οποιαδήποτε διευθέτηση που δεν εξαλείφει πλήρως την πυρηνική απειλή της Τεχεράνης.
Η στρατηγική της κυβέρνησης Μπάιντεν φαίνεται να έχει μετατοπιστεί από την πλήρη αναβίωση του Κοινού Ολοκληρωμένου Σχεδίου Δράσης (JCPOA) του 2015 σε μια πιο ευέλικτη, αν και αμφιλεγόμενη, «κατανόηση». Αυτή η νέα προσέγγιση στοχεύει στην αποκλιμάκωση της έντασης χωρίς την ανάγκη για μια επίσημη συνθήκη που θα απαιτούσε την έγκριση του αμερικανικού Κογκρέσου. Ωστόσο, για το Ισραήλ, αυτή η «διπλωματία κάτω από το ραντάρ» κρύβει θανάσιμους κινδύνους.
Ο πρώτος όρος: Το «ταβάνι» του εμπλουτισμού ουρανίου
Η πρώτη και ίσως πιο κρίσιμη πτυχή της συμφωνίας που προκαλεί δυσφορία στο Ισραήλ αφορά το επίπεδο εμπλουτισμού του ουρανίου. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, η Ουάσιγκτον φαίνεται να αποδέχεται σιωπηρά τη διατήρηση του εμπλουτισμού από το Ιράν στο επίπεδο του 60%. Για το Ισραήλ, αυτό αποτελεί μια επικίνδυνη υποχώρηση. Αν και το 60% δεν είναι το 90% που απαιτείται για την κατασκευή πυρηνικής βόμβας, η τεχνική απόσταση μεταξύ των δύο επιπέδων είναι ελάχιστη και μπορεί να καλυφθεί σε διάστημα λίγων εβδομάδων.
Ο Νετανιάχου υποστηρίζει ότι η νομιμοποίηση αυτού του επιπέδου εμπλουτισμού μετατρέπει το Ιράν σε ένα «κράτος στο κατώφλι» (threshold state). Η ανησυχία είναι ότι η Τεχεράνη θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτή την περίοδο ηρεμίας για να τελειοποιήσει τις τεχνολογίες της, ενώ παράλληλα θα αποφεύγει τις κυρώσεις. Η ισραηλινή πλευρά επιμένει ότι οποιαδήποτε συμφωνία θα έπρεπε να απαιτεί την πλήρη επιστροφή στο επίπεδο του 3,67%, όπως προέβλεπε η αρχική συμφωνία του 2015, ή ακόμα καλύτερα, την πλήρη παύση του εμπλουτισμού.
Ο δεύτερος όρος: Η οικονομική «ένεση» και η απελευθέρωση πόρων
Ο δεύτερος όρος που προκαλεί οργή στην Ιερουσαλήμ είναι η οικονομική διάσταση της συμφωνίας. Η Ουάσιγκτον φέρεται να έχει συμφωνήσει στην αποδέσμευση περίπου 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων από ιρανικά κεφάλαια που ήταν «παγωμένα» στη Νότια Κορέα, με αντάλλαγμα την απελευθέρωση Αμερικανών κρατουμένων. Επιπλέον, υπάρχουν αναφορές για παρόμοιες διευθετήσεις με κεφάλαια που κρατούνται στο Ιράκ.
Η θέση του Νετανιάχου είναι ότι αυτά τα χρήματα, παρά τις διαβεβαιώσεις της Ουάσιγκτον ότι θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για ανθρωπιστικούς σκοπούς (τρόφιμα και φάρμακα), θα καταλήξουν τελικά να χρηματοδοτήσουν τις τρομοκρατικές δραστηριότητες του Ιράν στην περιοχή. «Το χρήμα είναι ανταλλάξιμο», λένε Ισραηλινοί αξιωματούχοι, υπονοώντας ότι αν το Ιράν εξοικονομήσει 6 δισεκατομμύρια από τον προϋπολογισμό του για την υγεία, θα μπορεί να διαθέσει το αντίστοιχο ποσό στη Χεζμπολάχ, τη Χαμάς ή τους Χούθι στην Υεμένη.
Η στρατηγική απομόνωση και το δόγμα της αυτονομίας
Η στάση του Ισραήλ δεν είναι απλώς μια αντίδραση σε τεχνικούς όρους, αλλά μια έκφραση βαθύτερης στρατηγικής ανησυχίας. Ο Νετανιάχου φοβάται ότι οι ΗΠΑ επιδιώκουν μια «γρήγορη λύση» για να στρέψουν την προσοχή τους στην Κίνα και την Ουκρανία, αφήνοντας το Ισραήλ μόνο του απέναντι σε μια ενισχυμένη Τεχεράνη. Η συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου ασφαλείας είχε ως στόχο να επιβεβαιώσει το «Δόγμα Begin»: το Ισραήλ θα κάνει ό,τι είναι απαραίτητο για να εμποδίσει έναν εχθρό του να αποκτήσει όπλα μαζικής καταστροφής, ανεξάρτητα από τις επιθυμίες των συμμάχων του.
Επιπλέον, η εσωτερική πολιτική κατάσταση στο Ισραήλ παίζει τον δικό της ρόλο. Ο Νετανιάχου, αντιμέτωπος με έντονες πιέσεις στο εσωτερικό, χρησιμοποιεί το ιρανικό ζήτημα για να συσπειρώσει τη βάση του και να δείξει ότι παραμένει ο «εγγυητής της ασφάλειας» της χώρας. Ωστόσο, η ρήξη με την κυβέρνηση Μπάιντεν είναι ορατή. Η Ουάσιγκτον, από την πλευρά της, θεωρεί ότι μια ατελής συμφωνία είναι προτιμότερη από μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν περιφερειακό πόλεμο.
Συμπεράσματα και προοπτικές
Η κατάσταση παραμένει ρευστή. Το Ιράν φαίνεται να παίζει ένα παιχνίδι υπομονής, κερδίζοντας χρόνο και πόρους, ενώ οι ΗΠΑ προσπαθούν να διαχειριστούν πολλαπλά μέτωπα παγκοσμίως. Το Ισραήλ, από την άλλη, βρίσκεται σε μια δύσκολη θέση: πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη να διατηρήσει τη στρατηγική του σχέση με τις ΗΠΑ και την ανάγκη να δράσει αποτρεπτικά κατά του Ιράν. Οι επόμενοι μήνες θα είναι κρίσιμοι, καθώς η εφαρμογή αυτών των «αόρατων» όρων θα δείξει αν η Μέση Ανατολή οδηγείται σε μια περίοδο σχετικής ηρεμίας ή σε μια νέα, πιο επικίνδυνη φάση αντιπαράθεσης.