Σε μια κίνηση που προκάλεσε αίσθηση στους διπλωματικούς κύκλους της Ουάσιγκτον και της Ιερουσαλήμ, ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου έθεσε έναν φιλόδοξο, αν όχι προκλητικό, στόχο: την πλήρη κατάργηση της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ μέσα στην επόμενη δεκαετία. Η δήλωση αυτή, που έρχεται σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής ρευστότητας στη Μέση Ανατολή, δεν αποτελεί απλώς μια οικονομική πρόταση, αλλά μια ριζική επαναξιολόγηση της «ειδικής σχέσης» που συνδέει τις δύο χώρες από την εποχή του Πολέμου του Γιομ Κιπούρ.

Η Πολιτική της Στρατηγικής Αυτονομίας

Για δεκαετίες, η αμερικανική βοήθεια —η οποία σήμερα ανέρχεται σε περίπου 3,8 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως βάσει του τρέχοντος Μνημονίου Συνεργασίας (MOU)— αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο της ισραηλινής ασφάλειας. Ωστόσο, ο Νετανιάχου υποστηρίζει ότι η εξάρτηση αυτή έχει αρχίσει να λειτουργεί περιοριστικά. Στην ανάλυσή του, η οικονομική στήριξη από την Ουάσιγκτον συνοδεύεται αναπόφευκτα από πολιτικούς όρους και «κόκκινες γραμμές» που συχνά συγκρούονται με τα εθνικά συμφέροντα του Ισραήλ, όπως αυτά ορίζονται από τη σημερινή κυβέρνηση.

Η επιδίωξη του μηδενισμού της βοήθειας αντανακλά την επιθυμία για «ελευθερία δράσης». Όταν το Ισραήλ χρησιμοποιεί αμερικανικούς πόρους, η Ουάσιγκτον διατηρεί το δικαίωμα του ελέγχου επί της χρήσης των οπλικών συστημάτων, της έντασης των επιχειρήσεων και της διπλωματικής κάλυψης. Με την απεξάρτηση, ο Νετανιάχου στοχεύει να μετατρέψει το Ισραήλ από έναν «πελάτη-κράτος» σε έναν ισότιμο στρατηγικό εταίρο, ο οποίος θα μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις για την ασφάλειά του χωρίς να χρειάζεται την έγκριση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ ή του Κογκρέσου.

Η Άνοδος της Ισραηλινής Αμυντικής Βιομηχανίας

Ένας κεντρικός πυλώνας αυτού του σχεδίου είναι η εκρηκτική ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Εταιρείες όπως η Rafael, η Elbit Systems και η Israel Aerospace Industries (IAI) δεν καλύπτουν πλέον μόνο τις ανάγκες των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων (IDF), αλλά έχουν εξελιχθεί σε παγκόσμιους ηγέτες στις εξαγωγές τεχνολογίας αιχμής, από συστήματα αντιπυραυλικής προστασίας (Iron Dome, Arrow) μέχρι μη επανδρωμένα αεροσκάφη και κυβερνοόπλα.

Η οικονομική ευρωστία του Ισραήλ, παρά τις προκλήσεις των πρόσφατων συγκρούσεων, επιτρέπει στην κυβέρνηση να εξετάσει τη χρηματοδότηση των εξοπλιστικών της προγραμμάτων από εθνικούς πόρους. Σύμφωνα με αναλυτές, η σταδιακή μείωση της βοήθειας θα μπορούσε να τονώσει ακόμη περισσότερο την εγχώρια παραγωγή, καθώς το Ισραήλ δεν θα δεσμεύεται πλέον να ξοδεύει ένα μεγάλο μέρος της αμερικανικής βοήθειας αποκλειστικά σε αμερικανικές αμυντικές βιομηχανίες —ένας όρος που επιβλήθηκε κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Ομπάμα και περιόρισε την ευελιξία της ισραηλινής αγοράς.

Γεωπολιτικοί Κίνδυνοι και η Αντίδραση της Ουάσιγκτον

Παρά τη γοητεία της αυτονομίας, το ρίσκο είναι τεράστιο. Η αμερικανική βοήθεια δεν είναι μόνο οικονομική· είναι ένα σύμβολο της αμερικανικής δέσμευσης στην ασφάλεια του Ισραήλ που λειτουργεί αποτρεπτικά για το Ιράν και τους πληρεξουσίους του. Μια πλήρης διακοπή της χρηματοδότησης θα μπορούσε να ερμηνευθεί από τους αντιπάλους του Ισραήλ ως ρήγμα στη συμμαχία, αποδυναμώνοντας τη θέση της χώρας στο περιφερειακό σκάκι.

Επιπλέον, στην Ουάσιγκτον, η πρόταση Νετανιάχου αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό. Ενώ ορισμένοι «απομονωτιστές» στο Κογκρέσο θα χαιρετούσαν την εξοικονόμηση δισεκατομμυρίων, οι στρατηγικοί αναλυτές προειδοποιούν ότι χωρίς τη βοήθεια, οι ΗΠΑ θα χάσουν το σημαντικότερο μέσο πίεσης που διαθέτουν για να συγκρατούν το Ισραήλ από κινήσεις που θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν περαιτέρω την περιοχή. Η σχέση μπορεί να γίνει λιγότερο προβλέψιμη, με το Ισραήλ να αναζητά ενδεχομένως νέες συμμαχίες ή να ενεργεί με τρόπους που δεν ευθυγραμμίζονται με τα αμερικανικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Συμπέρασμα: Πραγματικότητα ή Πολιτικός Ελιγμός;

Πολλοί αναρωτιούνται αν ο στόχος του Νετανιάχου είναι ρεαλιστικός ή αν πρόκειται για έναν τακτικό ελιγμό. Σε μια εποχή που η αμερικανική κοινή γνώμη εμφανίζεται διχασμένη για τη στήριξη προς το Ισραήλ, ο Πρωθυπουργός ίσως προσπαθεί να προλάβει τις εξελίξεις. Δηλώνοντας ότι το Ισραήλ *θέλει* να σταματήσει η βοήθεια, αφαιρεί ένα ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί από εκείνους στην Ουάσιγκτον που απειλούν με περικοπές για να επιβάλουν αλλαγή πολιτικής.

Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση για το «τέλος της βοήθειας» σηματοδοτεί την ενηλικίωση της ισραηλινής οικονομίας και την επιθυμία μιας έθνους-κράτους να ορίζει τη μοίρα του χωρίς εξωτερικές κηδεμονίες. Το αν το Ισραήλ μπορεί να αντέξει το κόστος αυτής της ελευθερίας, μένει να φανεί την επόμενη δεκαετία.