Σε μια κίνηση που απειλεί να αναδιατάξει πλήρως τον χάρτη του παγκόσμιου εμπορίου, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών υπό τον Ντόναλντ Τραμπ πρότεινε την επιβολή οριζόντιων δασμών ύψους έως και 12,5% σε εισαγωγές από 60 διαφορετικές οικονομίες. Η επίσημη αιτιολογία που προβάλλει ο Λευκός Οίκος εστιάζει στην αποτυχία αυτών των εθνών να περιορίσουν τη διακίνηση προϊόντων που παράγονται μέσω καταναγκαστικής εργασίας, μια κίνηση που πολλοί αναλυτές θεωρούν ως το «ηθικό περιτύλιγμα» μιας βαθιά προστατευτικής οικονομικής πολιτικής.

Η Ηθική ως Εργαλείο Οικονομικού Πολέμου

Η πρόταση αυτή δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία για όσους παρακολουθούν τη ρητορική της Ουάσιγκτον το τελευταίο έτος. Ωστόσο, η κλίμακα και η στόχευση προκαλούν σοκ στις διεθνείς αγορές. Επικαλούμενη παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την εκμετάλλευση εργαζομένων σε περιοχές που εκτείνονται από τη Νοτιοανατολική Ασία έως την Υποσαχάρια Αφρική, η αμερικανική κυβέρνηση επιχειρεί να χρησιμοποιήσει την τελωνειακή πολιτική ως μοχλό πίεσης. Σύμφωνα με την έκθεση που συνοδεύει την πρόταση, οι χώρες που περιλαμβάνονται στη λίστα δεν έχουν επιδείξει «επαρκή πρόοδο» στην εφαρμογή διαφανών εφοδιαστικών αλυσίδων, επιτρέποντας σε προϊόντα «μολυσμένα» από σύγχρονη σκλαβιά να εισέρχονται στην αμερικανική αγορά σε τιμές που υπονομεύουν την εγχώρια παραγωγή.

Η στρατηγική αυτή είναι διττή. Από τη μία πλευρά, επιδιώκει να ικανοποιήσει το εσωτερικό ακροατήριο που ζητά προστασία των αμερικανικών θέσεων εργασίας από τον «αθέμιτο ανταγωνισμό» χαμηλού κόστους. Από την άλλη, δημιουργεί ένα νέο κανονιστικό πλαίσιο όπου η πρόσβαση στην αμερικανική καταναλωτική δύναμη εξαρτάται από την πλήρη συμμόρφωση με τα πρότυπα που θέτει μονομερώς η Ουάσιγκτον. Αυτή η «ηθικοποίηση» του εμπορίου επιτρέπει στην κυβέρνηση να παρακάμψει τους παραδοσιακούς κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), επικαλούμενη λόγους εθνικής ασφάλειας και δημόσιας ηθικής.

Οι Επιπτώσεις στις Παγκόσμιες Εφοδιαστικές Αλυσίδες

Η επιβολή δασμών 12,5% δεν είναι μια αμελητέα επιβάρυνση. Για πολλές αναπτυσσόμενες οικονομίες, των οποίων το μοντέλο ανάπτυξης βασίζεται στις εξαγωγές προς τις ΗΠΑ, ένας τέτοιος δασμός θα μπορούσε να αποδειχθεί καταστροφικός. Οι κλάδοι της κλωστοϋφαντουργίας, της επεξεργασίας τροφίμων και της συναρμολόγησης ηλεκτρονικών ειδών βρίσκονται στο επίκεντρο του κυκλώνα. Οι πολυεθνικές εταιρείες, που ήδη προσπαθούν να απεξαρτηθούν από την Κίνα μέσω της στρατηγικής "China Plus One", βρίσκονται τώρα αντιμέτωπες με το ενδεχόμενο οι εναλλακτικοί προορισμοί τους —όπως το Βιετνάμ, η Ινδία ή η Μαλαισία— να καταστούν εξίσου ακριβοί λόγω των νέων δασμών.

  • Πληθωριστικές πιέσεις: Η αύξηση του κόστους εισαγωγής θα μετακυλιστεί αναπόφευκτα στον Αμερικανό καταναλωτή, απειλώντας να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό.
  • Αντίποινα: Είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι επηρεαζόμενες χώρες θα απαντήσουν με δικούς τους δασμούς σε αμερικανικά προϊόντα, κυρίως στον αγροτικό τομέα.
  • Γεωπολιτική ανακατάταξη: Χώρες που νιώθουν αποκλεισμένες από την αμερικανική αγορά ενδέχεται να στραφούν πιο αποφασιστικά προς το οικονομικό μπλοκ των BRICS ή την Κίνα.

Η Ουάσιγκτον φαίνεται να ποντάρει στο γεγονός ότι η αμερικανική αγορά παραμένει πολύ ελκυστική για να την εγκαταλείψουν οι εταίροι της, υπολογίζοντας ότι θα προτιμήσουν τη συμμόρφωση από τη σύγκρουση. Ωστόσο, η ιστορία των εμπορικών πολέμων διδάσκει ότι οι προβλέψεις για «εύκολες νίκες» σπάνια επαληθεύονται.

Η Ευρώπη σε Τεντωμένο Σχοινί

Αν και η λίστα των 60 οικονομιών εστιάζει κυρίως στον αναπτυσσόμενο κόσμο, η Ευρωπαϊκή Ένωση παρακολουθεί τις εξελίξεις με κομμένη την ανάσα. Η χρήση της καταναγκαστικής εργασίας ως νομικής βάσης για δασμούς δημιουργεί ένα προηγούμενο που θα μπορούσε εύκολα να επεκταθεί και σε άλλα ζητήματα, όπως οι περιβαλλοντικοί κανονισμοί ή οι κρατικές επιδοτήσεις. Οι Βρυξέλλες καλούνται να αποφασίσουν αν θα ευθυγραμμιστούν με την Ουάσιγκτον, υιοθετώντας παρόμοια αυστηρά μέτρα, ή αν θα προσπαθήσουν να διατηρήσουν τον ρόλο του διαμεσολαβητή και υπερασπιστή του πολυμερούς εμπορίου.

«Δεν πρόκειται απλώς για εμπόριο· πρόκειται για τον επαναπροσδιορισμό της παγκόσμιας κυριαρχίας μέσω του ελέγχου της παραγωγικής ηθικής», αναφέρει ανώτατος διπλωμάτης στις Βρυξέλλες.

Συμπερασματικά, η πρόταση για δασμούς 12,5% σηματοδοτεί το τέλος της εποχής της παγκοσμιοποίησης όπως την γνωρίζαμε. Η Ουάσιγκτον δεν επιδιώκει πλέον μόνο τη μείωση του εμπορικού ελλείμματος, αλλά τη δημιουργία ενός ελεγχόμενου εμπορικού οικοσυστήματος, όπου οι κανόνες ορίζονται αποκλειστικά από την αμερικανική ισχύ. Το αν αυτό θα οδηγήσει σε μια δικαιότερη παγκόσμια αγορά ή σε έναν κατακερματισμένο κόσμο μόνιμης οικονομικής αστάθειας, μένει να αποδειχθεί.