Η σχέση μεταξύ των Βρυξελλών και του Πεκίνου έχει εισέλθει σε μια νέα, ψυχρή φάση, όπου η διπλωματία των λέξεων δίνει τη θέση της στον πόλεμο των δασμών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, παραδοσιακά υπέρμαχος του ελεύθερου εμπορίου, βρίσκεται πλέον σε μια επώδυνη διαδικασία επαναξιολόγησης της εξάρτησής της από τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου. Η στρατηγική του «de-risking» (αποκλιμάκωση κινδύνου), την οποία εισήγαγε η Ursula von der Leyen, δοκιμάζεται στην πράξη καθώς οι δύο πλευρές ανταλλάσσουν προειδοποιήσεις για αντίποινα που θα μπορούσαν να κλονίσουν την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα.
Το μέτωπο της ηλεκτροκίνησης και ο αθέμιτος ανταγωνισμός
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκονται τα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα (EVs). Η Κομισιόν, μετά από πολύμηνη έρευνα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Πεκίνο επιδοτεί γενναιόδωρα την εγχώρια βιομηχανία του, επιτρέποντας στις κινεζικές εταιρείες να πλημμυρίζουν την ευρωπαϊκή αγορά με μοντέλα σε τιμές τεχνητά χαμηλές. Αυτό το «ντάμπινγκ» απειλεί να αφανίσει την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία, η οποία αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας της Γηραιάς Ηπείρου.
«Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στις κρατικές επιδοτήσεις της Κίνας να καταστρέψουν τις δικές μας βιομηχανίες με τον τρόπο που συνέβη στον τομέα των ηλιακών πάνελ πριν από μια δεκαετία», δήλωσε ανώτατος αξιωματούχος της ΕΕ.
Η απάντηση της ΕΕ με την επιβολή επιπρόσθετων δασμών δεν είναι απλώς ένα οικονομικό μέτρο, αλλά μια δήλωση κυριαρχίας. Ωστόσο, η κίνηση αυτή ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Η Κίνα δεν μένει με σταυρωμένα τα χέρια. Έχει ήδη ξεκινήσει έρευνες αντι-ντάμπινγκ για ευρωπαϊκά προϊόντα όπως το μπράντι, το χοιρινό κρέας και τα γαλακτοκομικά, στοχεύοντας στρατηγικά κράτη-μέλη όπως η Γαλλία και η Ισπανία για να προκαλέσει τριγμούς στην ευρωπαϊκή ενότητα.
Η ασφάλεια των υποδομών και το ψηφιακό σιδηρούν παραπέτασμα
Πέρα από το εμπόριο αγαθών, η αντιπαράθεση επεκτείνεται στην τεχνολογία και τις κρίσιμες υποδομές. Το νέο πλαίσιο της ΕΕ για τον περιορισμό των κινεζικών εταιρειών σε τομείς όπως τα δίκτυα 5G, οι ημιαγωγοί και η τεχνητή νοημοσύνη αντανακλά μια βαθιά δυσπιστία. Η ανησυχία ότι η κινεζική τεχνολογία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για κατασκοπεία ή για τον έλεγχο ζωτικών δικτύων σε περίπτωση γεωπολιτικής κρίσης έχει οδηγήσει σε αυστηρότερους ελέγχους των ξένων επενδύσεων.
Η Κίνα από την πλευρά της κατηγορεί την ΕΕ για «πολιτικοποίηση του εμπορίου» και «προστατευτισμό με πρόσχημα την εθνική ασφάλεια». Το Πεκίνο υποστηρίζει ότι οι κινήσεις αυτές παραβιάζουν τους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) και υπονομεύουν την πράσινη μετάβαση, καθώς η Ευρώπη χρειάζεται την κινεζική τεχνολογία μπαταριών και φωτοβολταϊκών για να επιτύχει τους κλιματικούς της στόχους.
Το γερμανικό δίλημμα και η ευρωπαϊκή συνοχή
Ένα από τα πιο ακανθώδη ζητήματα σε αυτό το μπρα ντε φερ είναι η εσωτερική διαίρεση της Ευρώπης. Η Γερμανία, με την τεράστια έκθεση της αυτοκινητοβιομηχανίας της (Volkswagen, BMW, Mercedes-Benz) στην κινεζική αγορά, εμφανίζεται ιδιαίτερα διστακτική. Οι Γερμανοί κατασκευαστές φοβούνται ότι τυχόν αντίποινα από το Πεκίνο θα πλήξουν τις πωλήσεις τους στην Κίνα, η οποία αποτελεί την κυριότερη πηγή των κερδών τους. Αντίθετα, η Γαλλία πιέζει για μια πιο επιθετική στάση, επιδιώκοντας την προστασία της εγχώριας παραγωγής.
- Η Γερμανία επιδιώκει τον διάλογο για να αποφευχθεί ένας πλήρης εμπορικός πόλεμος.
- Η Γαλλία και η Ιταλία ζητούν ίσους όρους ανταγωνισμού (level playing field).
- Οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης ανησυχούν για τις επιπτώσεις στην ασφάλεια και τις κινεζικές επενδύσεις σε υποδομές.
Αυτή η έλλειψη ομοφωνίας αποτελεί το «αδύνατο σημείο» της Ευρώπης, το οποίο το Πεκίνο προσπαθεί να εκμεταλλευτεί μέσω της διμερούς διπλωματίας με μεμονωμένα κράτη-μέλη. Η ικανότητα της ΕΕ να παραμείνει ενωμένη θα καθορίσει αν θα μπορέσει να διαπραγματευτεί από θέση ισχύος ή αν θα αναγκαστεί σε υποχωρήσεις.
Συμπέρασμα: Προς μια νέα παγκόσμια τάξη;
Το εμπορικό μπρα ντε φερ ΕΕ-Κίνας δεν είναι απλώς μια διαφωνία για δασμούς. Είναι το προοίμιο μιας νέας εποχής όπου η οικονομική αλληλεξάρτηση δεν θεωρείται πλέον εγγύηση ειρήνης, αλλά πηγή ευπάθειας. Η Ευρώπη προσπαθεί να βρει τη «χρυσή τομή»: να προστατεύσει την οικονομία της χωρίς να απομονωθεί από την παγκόσμια τεχνολογική πρόοδο. Η έκβαση αυτής της σύγκρουσης θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, αλλά και τη θέση της Ηπείρου στον νέο διπολικό κόσμο που διαμορφώνεται μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου. Ποιος θα κάνει πίσω; Η απάντηση ίσως βρίσκεται στην ικανότητα των δύο πλευρών να αναγνωρίσουν ότι ένας ολοκληρωτικός εμπορικός πόλεμος δεν θα έχει νικητές, παρά μόνο ηττημένους σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης αβεβαιότητας.