Η εποχή της αφέλειας στις σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Κίνα φαίνεται να λαμβάνει οριστικά τέλος. Σε μια περίοδο όπου οι γεωπολιτικές τεκτονικές πλάκες μετακινούνται με βίαιο τρόπο, οι Βρυξέλλες επιχειρούν μια δύσκολη ισορροπία: να μειώσουν την επικίνδυνη εξάρτησή τους από τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, χωρίς όμως να προκαλέσουν έναν ολοκληρωτικό εμπορικό πόλεμο που θα βύθιζε την παγκόσμια αγορά σε χάος. Η στρατηγική αυτή, γνωστή πλέον με τον όρο «de-risking» (απορρίσκωση), αποτελεί το νέο δόγμα της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και αντικατοπτρίζει μια Ευρώπη που προσπαθεί να ενηλικιωθεί γεωπολιτικά.

Το Μάθημα της Ρωσίας και η Αλλαγή Παραδείγματος

Η στροφή της ΕΕ δεν συνέβη σε κενό αέρος. Η οδυνηρή εμπειρία από την ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία, η οποία χρησιμοποιήθηκε ως όπλο μετά την εισβολή στην Ουκρανία, λειτούργησε ως καταλύτης. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες συνειδητοποίησαν ότι η υπερβολική συγκέντρωση σε έναν προμηθευτή, ειδικά όταν αυτός είναι ένας «συστημικός ανταγωνιστής», αποτελεί στρατηγικό σφάλμα. Στην περίπτωση της Κίνας, η εξάρτηση είναι ακόμη πιο βαθιά και σύνθετη από ό,τι ήταν με το ρωσικό φυσικό αέριο.

Από τις σπάνιες γαίες που είναι απαραίτητες για τις μπαταρίες των ηλεκτρικών αυτοκινήτων μέχρι τα φωτοβολταϊκά πάνελ και τις τηλεπικοινωνιακές υποδομές, η Κίνα κατέχει δεσπόζουσα θέση στην εφοδιαστική αλυσίδα. Η ΕΕ εισάγει πάνω από το 90% των σπάνιων γαιών της από την Κίνα, μια εξάρτηση που καθιστά την «Πράσινη Συμφωνία» της Ευρώπης ευάλωτη στις διαθέσεις του Πεκίνου. Η νέα προσέγγιση επιδιώκει να διαφοροποιήσει αυτές τις πηγές, ενισχύοντας ταυτόχρονα την εγχώρια παραγωγή μέσω πρωτοβουλιών όπως η Πράξη για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες (Critical Raw Materials Act).

Η Εργαλειοθήκη της Οικονομικής Ασφάλειας

Για να επιτύχει αυτή την απεξάρτηση, η ΕΕ αναπτύσσει μια σειρά από νομοθετικά εργαλεία που μέχρι πριν λίγα χρόνια θα θεωρούνταν καθαρά προστατευτικά. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ξεκινήσει έρευνες για τις κρατικές επιδοτήσεις που λαμβάνουν οι κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες ηλεκτρικών οχημάτων, υποστηρίζοντας ότι αυτές οι πρακτικές νοθεύουν τον ανταγωνισμό στην ευρωπαϊκή αγορά. Επιπλέον, το νέο «Μέσο κατά του Οικονομικού Εξαναγκασμού» (Anti-Coercion Instrument) δίνει στην ΕΕ τη δυνατότητα να απαντά με δασμούς ή άλλους περιορισμούς όταν μια τρίτη χώρα προσπαθεί να την εκβιάσει οικονομικά.

Ωστόσο, η εφαρμογή αυτών των μέτρων δεν είναι απλή υπόθεση. Εντός της ΕΕ υπάρχουν σημαντικές διαφωνίες. Η Γερμανία, της οποίας η αυτοκινητοβιομηχανία είναι βαθιά εκτεθειμένη στην κινεζική αγορά, εμφανίζεται πιο διστακτική, φοβούμενη αντίποινα από το Πεκίνο. Αντίθετα, η Γαλλία πιέζει για μια πιο επιθετική στάση, προωθώντας την έννοια της «στρατηγικής αυτονομίας». Αυτή η εσωτερική τριβή είναι η αχίλλειος πτέρνα της Ευρώπης, την οποία η κινεζική διπλωματία προσπαθεί συστηματικά να εκμεταλλευτεί μέσω διμερών συμφωνιών με μεμονωμένα κράτη-μέλη.

Ο Ρόλος της Τεχνολογίας και των Επενδύσεων

Ένας άλλος κρίσιμος πυλώνας της στρατηγικής είναι ο έλεγχος των εξαγωγών ευαίσθητης τεχνολογίας και ο έλεγχος των εξερχόμενων επενδύσεων. Η ΕΕ ανησυχεί ότι ευρωπαϊκή τεχνολογία αιχμής, ιδιαίτερα στους τομείς της τεχνητής νοημοσύνης, των ημιαγωγών και της κβαντικής υπολογιστικής, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ενίσχυση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της Κίνας. Για πρώτη φορά, συζητείται σοβαρά ο περιορισμός των επενδύσεων ευρωπαϊκών εταιρειών σε συγκεκριμένους τομείς στην Κίνα, ακολουθώντας το παράδειγμα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Παράλληλα, η Ευρώπη προσπαθεί να προσφέρει εναλλακτικές λύσεις στις αναπτυσσόμενες χώρες μέσω της πρωτοβουλίας «Global Gateway», ενός προγράμματος επενδύσεων σε υποδομές ύψους 300 δισεκατομμυρίων ευρώ. Στόχος είναι να αναχαιτιστεί η επιρροή του κινεζικού «Δρόμου του Μεταξιού» (Belt and Road Initiative) και να δημιουργηθούν νέες, αξιόπιστες εταιρικές σχέσεις στην Αφρική, τη Λατινική Αμερική και την Ασία. Η μάχη για την επιρροή στον Παγκόσμιο Νότο είναι ίσως το πιο καθοριστικό μέτωπο αυτής της γεωπολιτικής αναμέτρησης.

Συμπεράσματα και Προοπτικές

Η απεξάρτηση από την Κίνα δεν θα είναι ούτε γρήγορη ούτε ανώδυνη. Το κόστος της μετάβασης σε πιο ασφαλείς αλλά ακριβότερες εφοδιαστικές αλυσίδες θα μετακυλιστεί τελικά στους καταναλωτές, τροφοδοτώντας τον πληθωρισμό. Επιπλέον, η Κίνα παραμένει ένας απαραίτητος εταίρος για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Χωρίς τη συνεργασία του Πεκίνου, οι παγκόσμιοι στόχοι για τις εκπομπές ρύπων είναι πρακτικά ανέφικτοι.

Το μεγάλο στοίχημα για την ΕΕ είναι να παραμείνει μια ανοιχτή οικονομία ενώ ταυτόχρονα θωρακίζει την ασφάλειά της. Η επιτυχία της στρατηγικής de-risking θα κριθεί από την ικανότητα των 27 κρατών-μελών να δράσουν ενωμένα. Αν η Ευρώπη καταφέρει να μειώσει την ευαλωτότητά της χωρίς να διολισθήσει στον απομονωτισμό, θα έχει κάνει το μεγαλύτερο βήμα προς την ανάδειξή της σε πραγματικό τρίτο πόλο ισχύος στον 21ο αιώνα. Σε διαφορετική περίπτωση, κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων, χάνοντας τον έλεγχο του ίδιου της του πεπρωμένου.