Η διπλωματία είναι, στην καλύτερη των περιπτώσεων, μια άσκηση ισορροπίας σε τεντωμένο σχοινί. Στην περίπτωση όμως των διαπραγματεύσεων της Ουάσινγκτον με την Τεχεράνη, το σχοινί φαίνεται να έχει κοπεί στα δύο, όχι από εξωτερικούς εχθρούς, αλλά από τις ίδιες τις δυνάμεις που υποτίθεται ότι θα το κρατούσαν σταθερό. Σύμφωνα με πρόσφατες αποκαλύψεις του Axios, ο Λευκός Οίκος βιώνει μια περίοδο πρωτοφανούς εσωτερικής έντασης, με κορυφαία στελέχη εθνικής ασφάλειας να βρίσκονται σε «εμπόλεμη» κατάσταση σχετικά με τους όρους μιας πιθανής συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Η Σύγκρουση των Δογμάτων: Γεράκια εναντίον Περιστεριών

Η ουσία της διαφωνίας δεν έγκειται μόνο στις τεχνικές λεπτομέρειες του εμπλουτισμού ουρανίου, αλλά σε μια βαθύτερη ιδεολογική σύγκρουση για τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή. Από τη μία πλευρά, μια ομάδα «ρεαλιστών» στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ υποστηρίζει ότι μια ατελής συμφωνία είναι προτιμότερη από το χάος ενός ανεξέλεγκτου πυρηνικού Ιράν. Αυτή η πτέρυγα θεωρεί ότι η διπλωματική οδός είναι η μόνη που μπορεί να αποτρέψει έναν νέο περιφερειακό πόλεμο που θα παρέσυρε αναπόφευκτα τις αμερικανικές δυνάμεις.

Από την άλλη πλευρά, στελέχη εντός του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας (NSC) εκφράζουν έντονες επιφυλάξεις. Υποστηρίζουν ότι η Τεχεράνη δεν έχει επιδείξει την απαραίτητη καλή πίστη και ότι η άρση των κυρώσεων θα προσφέρει στο καθεστώς των Αγιατολάχ τους πόρους που χρειάζεται για να χρηματοδοτήσει τους πληρεξουσίους του (proxies) στον Λίβανο, την Υεμένη και τη Γάζα. Αυτή η εσωτερική τριβή έχει οδηγήσει σε καθυστερήσεις, αντικρουόμενα μηνύματα προς τους συμμάχους και μια αίσθηση παράλυσης που εκμεταλλεύεται η ιρανική πλευρά.

Ο Παράγοντας «Ισραήλ» και η Σκιά του Κογκρέσου

Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από την έντονη πίεση που ασκεί το Ισραήλ. Η κυβέρνηση στην Ιερουσαλήμ έχει καταστήσει σαφές ότι διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς δράσης εάν θεωρήσει ότι η συμφωνία θέτει σε κίνδυνο την εθνική της ασφάλεια. Στον Λευκό Οίκο, οι υποστηρικτές της σκληρής γραμμής φοβούνται ότι μια «αδύναμη» συμφωνία θα προκαλούσε ρήξη με τον στενότερο σύμμαχο των ΗΠΑ στην περιοχή, οδηγώντας σε απρόβλεπτες συνέπειες.

Παράλληλα, το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό στις ΗΠΑ λειτουργεί ως τροχοπέδη. Με τις εκλογές να πλησιάζουν, η κυβέρνηση γνωρίζει ότι οποιαδήποτε παραχώρηση προς το Ιράν θα χρησιμοποιηθεί ως πολιτικό όπλο από τους Ρεπουμπλικανούς, αλλά και από μια σημαντική μερίδα Δημοκρατικών που παραμένουν σκεπτικοί. Η «σκιά» της αποτυχίας της προηγούμενης συμφωνίας (JCPOA) του 2015 πλανάται πάνω από το Οβάλ Γραφείο, καθιστώντας κάθε υπογραφή μια πράξη υψηλού πολιτικού ρίσκου.

Η Γεωπολιτική Σκακιέρα και η Ρωσική Εμπλοκή

Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι το Ιράν δεν είναι πλέον ο απομονωμένος παίκτης του παρελθόντος. Η ενισχυμένη στρατιωτική συνεργασία της Τεχεράνης με τη Μόσχα, ειδικά μετά την εισβολή στην Ουκρανία, έχει αλλάξει τα δεδομένα. Ορισμένοι αναλυτές εντός της αμερικανικής κυβέρνησης προειδοποιούν ότι το Ιράν χρησιμοποιεί τις διαπραγματεύσεις ως μέσο καθυστέρησης, ενώ παράλληλα εμβαθύνει τους δεσμούς του με τον άξονα Ρωσίας-Κίνας. Αυτή η νέα πραγματικότητα διχάζει τους συμβούλους του Προέδρου: Πρέπει οι ΗΠΑ να κλείσουν το μέτωπο του Ιράν για να επικεντρωθούν στην Κίνα, ή μια συμφωνία τώρα θα θεωρηθεί ένδειξη αδυναμίας απέναντι στον νέο αυταρχικό άξονα;

Συμπερασματικά, ο «εμφύλιος» στον Λευκό Οίκο αντικατοπτρίζει μια Αμερική που παλεύει να επαναπροσδιορίσει την ισχύ της σε έναν πολυπολικό κόσμο. Η απόφαση που θα ληφθεί δεν θα καθορίσει μόνο το μέλλον του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, αλλά και την αξιοπιστία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής για την επόμενη δεκαετία. Το ερώτημα παραμένει: μπορεί μια διχασμένη κυβέρνηση να παράγει μια ενιαία και αποτελεσματική στρατηγική;