Σε μια περίοδο όπου η Μέση Ανατολή θυμίζει κινούμενη άμμο, οι δηλώσεις του Ιρανού Υπουργού Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, έρχονται να υπενθυμίσουν ότι πίσω από την εμπρηστική ρητορική και τις δημόσιες αντιπαραθέσεις, οι δίαυλοι της διπλωματίας —έστω και υπόγειοι— παραμένουν ανοιχτοί. Ο Αραγτσί, ένας έμπειρος διπλωμάτης που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα του 2015 (JCPOA), επιβεβαίωσε πρόσφατα ότι ο διάλογος με τις Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζεται, αν και απέφυγε επιμελώς να προεξοφλήσει οποιαδήποτε επιτυχία. Η στάση του αυτή αντανακλά τη λεπτή ισορροπία που προσπαθεί να τηρήσει η κυβέρνηση του Προέδρου Μασούντ Πεζεσκιάν, ισορροπώντας ανάμεσα στην ανάγκη για άρση των κυρώσεων και την πίεση των σκληροπυρηνικών στο εσωτερικό της Τεχεράνης.

Το «Κανάλι του Ομάν» και η Διπλωματία των Μηνυμάτων

Οι επαφές μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον δεν διεξάγονται σε απευθείας τραπέζια διαπραγματεύσεων, αλλά μέσω τρίτων μερών, με το Σουλτανάτο του Ομάν να διαδραματίζει παραδοσιακά τον ρόλο του διαμεσολαβητή. Ο Αραγτσί ξεκαθάρισε ότι η ανταλλαγή μηνυμάτων είναι μια διαρκής διαδικασία, η οποία όμως δεν έχει αποδώσει ακόμη καρπούς ικανούς να αλλάξουν το status quo. Η «διπλωματία των μηνυμάτων» επικεντρώνεται κυρίως στη διαχείριση των εντάσεων, την αποτροπή μιας γενικευμένης σύρραξης στην περιοχή και, φυσικά, το μέλλον του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν.

Σύμφωνα με αναλυτές, η επιλογή του Αραγτσί να μιλήσει δημόσια για αυτές τις επαφές αποτελεί ένα σήμα προς τη διεθνή κοινότητα ότι το Ιράν παραμένει ένας ορθολογικός δρώντας που επιζητεί λύσεις. Ωστόσο, η άρνησή του να «κρίνει» τις συνομιλίες μέχρι να υπάρξει αποτέλεσμα δείχνει το βαθύ έλλειμμα εμπιστοσύνης. Η Τεχεράνη αισθάνεται προδομένη από την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία το 2018, και κάθε νέα προσέγγιση αντιμετωπίζεται με καχυποψία. Η διαδικασία είναι εξαιρετικά αργή, καθώς κάθε λέξη σε αυτά τα μηνύματα ζυγίζεται με γεωπολιτική ακρίβεια.

Εσωτερικές Πιέσεις και η Σκιά των Κυρώσεων

Για την κυβέρνηση Πεζεσκιάν, η επιτυχία αυτών των συνομιλιών δεν είναι απλώς ζήτημα εξωτερικής πολιτικής, αλλά επιβίωσης. Η ιρανική οικονομία στενάζει υπό το βάρος των αμερικανικών κυρώσεων, με τον πληθωρισμό να καλπάζει και το εθνικό νόμισμα να απαξιώνεται. Ο Αραγτσί γνωρίζει ότι χωρίς μια ουσιαστική χαλάρωση των περιορισμών στις εξαγωγές πετρελαίου και στο τραπεζικό σύστημα, η κοινωνική δυσαρέσκεια στο Ιράν θα συνεχίσει να αυξάνεται.

Παρ' όλα αυτά, ο δρόμος προς τη συμφωνία είναι σπαρμένος με αγκάθια. Οι σκληροπυρηνικοί στο ιρανικό κοινοβούλιο (Majlis) και οι Φρουροί της Επανάστασης παρακολουθούν στενά κάθε κίνηση του Υπουργείου Εξωτερικών, έτοιμοι να κατηγορήσουν την κυβέρνηση για ενδοτισμό. Ο Αραγτσί πρέπει να πείσει το εσωτερικό μέτωπο ότι η διπλωματία είναι ένα εργαλείο ισχύος και όχι αδυναμίας. «Δεν πρέπει να δίνουμε σημασία σε φήμες», δήλωσε χαρακτηριστικά, προσπαθώντας να κατασιγάσει τις φωνές που κάνουν λόγο για «μυστικές συμφωνίες» που υπονομεύουν την εθνική κυριαρχία.

Η Γεωπολιτική Σκακιέρα: Από την Ουκρανία στη Γάζα

Η πολυπλοκότητα των συνομιλιών εντείνεται από τις περιφερειακές και διεθνείς εξελίξεις. Οι ΗΠΑ πιέζουν το Ιράν να σταματήσει την παροχή στρατιωτικού εξοπλισμού στη Ρωσία για τον πόλεμο στην Ουκρανία, ένα θέμα που η Τεχεράνη αρνείται επισήμως, αλλά που αποτελεί «κόκκινη γραμμή» για τη Δύση. Παράλληλα, ο ρόλος του Ιράν στον «Άξονα της Αντίστασης» —από τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο μέχρι τους Χούθι στην Υεμένη— περιπλέκει περαιτέρω την κατάσταση.

Ο Αραγτσί καλείται να διαπραγματευτεί σε ένα περιβάλλον όπου η Ουάσιγκτον ζητά «περισσότερα για περισσότερα», ενώ η Τεχεράνη επιμένει στην τήρηση των προηγούμενων δεσμεύσεων. Η κατάσταση στη Γάζα και οι διαρκείς εντάσεις με το Ισραήλ λειτουργούν ως επιταχυντές της κρίσης, καθιστώντας τον διάλογο ΗΠΑ-Ιράν απαραίτητο για την αποφυγή ενός ολοκληρωτικού πολέμου, αλλά ταυτόχρονα και εξαιρετικά τοξικό πολιτικά για αμφότερες τις πλευρές. Το ερώτημα παραμένει: μπορεί η διπλωματία να παράγει αποτελέσματα όταν η εμπιστοσύνη βρίσκεται στο ναδίρ;

Συμπέρασμα: Η Αναμονή για το «Χειροπιαστό»

Καταλήγοντας, ο Αμπάς Αραγτσί επιλέγει τη στρατηγική της «στρατηγικής υπομονής». Η δήλωσή του ότι δεν μπορεί να κρίνει τις συνομιλίες μέχρι να επιτευχθεί σαφές αποτέλεσμα είναι μια ένδειξη ρεαλισμού. Στον κόσμο της υψηλής διπλωματίας, οι προθέσεις μετρούν ελάχιστα αν δεν μεταφράζονται σε υπογεγραμμένα κείμενα και άρση περιορισμών. Για το Ιράν, το διακύβευμα είναι η επιστροφή στη διεθνή νομιμότητα και η οικονομική ανάσα. Για τις ΗΠΑ, είναι ο έλεγχος των πυρηνικών φιλοδοξιών μιας περιφερειακής δύναμης. Μέχρι να βρεθεί η χρυσή τομή, ο διάλογος θα συνεχίζεται στις σκιές, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, με την ελπίδα ότι η λογική θα επικρατήσει των όπλων.