Σε μια εποχή που η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) μεταμορφώνει ραγδαία κάθε πτυχή της παγκόσμιας οικονομίας, ο Joseph Stiglitz, ο βραβευμένος με Νόμπελ οικονομολόγος και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Columbia, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Η ανησυχία του δεν αφορά την ίδια την τεχνολογία, αλλά τη δομή της εξουσίας που την περιβάλλει. Σύμφωνα με τον Stiglitz, η άνοδος της AI απειλεί να δημιουργήσει μια πρωτοφανή συγκέντρωση πλούτου στα χέρια μιας μικρής ελίτ —της λεγόμενης τάξης των «tech bros»— ενώ ταυτόχρονα υπονομεύει τη σταθερότητα της αγοράς εργασίας και το κοινωνικό συμβόλαιο.

Η Αντίφαση της Σιλικόνης Βάλεϊ

Το κεντρικό επιχείρημα του Stiglitz, όπως διατυπώθηκε σε πρόσφατες παρεμβάσεις του, εστιάζει σε μια βαθιά πολιτική και οικονομική αντίφαση. Οι ηγέτες της τεχνολογίας, οι οποίοι αυτοπαρουσιάζονται ως οραματιστές που θα σώσουν την ανθρωπότητα μέσω της καινοτομίας, είναι συχνά οι ίδιοι που ασκούν έντονες πιέσεις για τη μείωση του κρατικού ρόλου και της φορολογίας. «Δυστυχώς, οι tech bros, που προφανώς είναι υπέρμαχοι αυτής της τεχνολογίας, την ίδια στιγμή πιέζουν για μικρότερο κράτος», δήλωσε ο Stiglitz.

Αυτή η στάση είναι επικίνδυνη, υποστηρίζει ο οικονομολόγος, επειδή η μετάβαση σε μια οικονομία κυριαρχούμενη από την AI θα απαιτήσει περισσότερη, όχι λιγότερη, κυβερνητική παρέμβαση. Όταν οι θέσεις εργασίας χάνονται λόγω του αυτοματισμού, το κράτος είναι εκείνο που πρέπει να παρέχει επανεκπαίδευση, κοινωνική προστασία και ένα δίχτυ ασφαλείας. Αν οι πόροι του κράτους συρρικνωθούν λόγω της φοροαποφυγής των τεχνολογικών κολοσσών, η κοινωνική έκρηξη θα είναι αναπόφευκτη.

Η Εισοδηματική Ανισότητα ως Συστημική Απειλή

Ο Stiglitz αναλύει την AI μέσα από το πρίσμα της «προσόδου» (rent-seeking). Στην οικονομική θεωρία, αυτό συμβαίνει όταν μια οντότητα αποκτά πλούτο όχι μέσω της δημιουργίας νέας αξίας, αλλά μέσω του ελέγχου των πόρων ή της μονοπωλιακής ισχύος. Οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας ελέγχουν τα δεδομένα και την υπολογιστική ισχύ που απαιτούνται για την εκπαίδευση των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων. Αυτό τους επιτρέπει να αποσπούν τεράστια κέρδη, ενώ η παραγωγικότητα που προσφέρει η AI δεν διαχέεται στους εργαζόμενους με τη μορφή υψηλότερων μισθών.

  • Η συγκέντρωση δεδομένων δημιουργεί φυσικά μονοπώλια που είναι δύσκολο να ανταγωνιστούν οι νέες επιχειρήσεις.
  • Η αυτοματοποίηση τείνει να αντικαθιστά εργασίες μέσης εξειδίκευσης, ωθώντας τους εργαζόμενους σε χαμηλόμισθες υπηρεσίες.
  • Η έλλειψη ρυθμιστικού πλαισίου επιτρέπει στις εταιρείες να εκμεταλλεύονται την πνευματική ιδιοκτησία χωρίς δίκαιη αποζημίωση.

Ο κίνδυνος, σύμφωνα με τον Stiglitz, είναι η δημιουργία μιας κοινωνίας δύο ταχυτήτων: από τη μία πλευρά, οι ιδιοκτήτες των αλγορίθμων που συσσωρεύουν πλούτο πέρα από κάθε φαντασία, και από την άλλη, μια μάζα εργαζομένων που ανταγωνίζονται απεγνωσμένα για τις εναπομείνασες θέσεις εργασίας που δεν μπορεί ακόμη να εκτελέσει μια μηχανή.

Προς ένα Νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο

Για να αποφευχθεί αυτό το δυστοπικό σενάριο, ο Stiglitz προτείνει μια ριζική αναθεώρηση της οικονομικής πολιτικής. Πρώτον, απαιτείται μια πιο επιθετική αντιμονοπωλιακή νομοθεσία (antitrust) που θα σπάσει την κυριαρχία των Big Tech. Δεύτερον, η φορολόγηση των κερδών από την AI πρέπει να αυξηθεί, ώστε να χρηματοδοτηθούν δημόσιες επενδύσεις στην εκπαίδευση και την πράσινη μετάβαση.

«Αν δεν διασφαλίσουμε ότι τα οφέλη της AI μοιράζονται δίκαια, τότε η τεχνολογική πρόοδος θα γίνει το εργαλείο της κοινωνικής αποσύνθεσης», προειδοποιεί.

Η κριτική του Stiglitz δεν είναι μια επίθεση στην τεχνολογία, αλλά μια έκκληση για την επιστροφή της πολιτικής στο προσκήνιο. Η AI δεν είναι μια φυσική δύναμη όπως ο καιρός· είναι ένα ανθρώπινο δημιούργημα που διέπεται από κανόνες. Αν οι κανόνες αυτοί γράφονται από εκείνους που επωφελούνται περισσότερο, τότε το αποτέλεσμα θα είναι η περαιτέρω εξαθλίωση της μεσαίας τάξης. Η πρόκληση για τις κυβερνήσεις του 21ου αιώνα είναι να δαμάσουν την ισχύ της AI προς όφελος του δημόσιου καλού, αντιστεκόμενες στη γοητεία του «ελευθεριακού» καπιταλισμού που ευαγγελίζονται οι ηγέτες της Σιλικόνης Βάλεϊ.