Στην κλασική ταινία του 2006, η Μιράντα Πρίστλεϊ παρέδιδε μαθήματα για το πώς μια συγκεκριμένη απόχρωση του γαλάζιου (cerulean) κατέληγε από τις πασαρέλες υψηλής ραπτικής στα καλάθια των εκπτώσεων, επηρεάζοντας τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων που νόμιζαν ότι έκαναν μια ανεξάρτητη επιλογή. Σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, η ανακοίνωση για το σίκουελ του «Ο Διάβολος Φοράει Prada» δεν αντιμετωπίζεται με ενθουσιασμό, αλλά με μια βαθιά, σχεδόν αντανακλαστική καχυποψία. Το ερώτημα που κυριάρχησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν ήταν «τι θα φορέσει η Άντι;», αλλά «είναι αυτό αληθινό ή είναι AI;».

Το Φαινόμενο του Ψεύτικου Σίκουελ

Για χρόνια, το διαδίκτυο έχει κατακλυστεί από «concept trailers» και αφίσες για ταινίες που δεν υπάρχουν. Χρησιμοποιώντας εργαλεία όπως το Midjourney και το Runway, ερασιτέχνες δημιουργοί κατασκευάζουν πειστικά οπτικά ντοκουμέντα για υποθετικά σίκουελ, από τον «Μονομάχο 2» (πριν αυτός γίνει πραγματικότητα) μέχρι μια εκδοχή του «Χάρι Πότερ» σκηνοθετημένη από τον Γουές Άντερσον. Αυτή η πλημμύρα περιεχομένου έχει δημιουργήσει μια νέα ψυχολογική κατάσταση στους χρήστες: την «κόπωση της επαλήθευσης».

Όταν η Disney και η 20th Century Studios επιβεβαίωσαν ότι το σίκουελ βρίσκεται όντως σε στάδιο παραγωγής, με την αρχική σεναριογράφο Aline Brosh McKenna να επιστρέφει, ένα μεγάλο μέρος του κοινού παρέμεινε δύσπιστο. Η είδηση θεωρήθηκε ως ένα ακόμα «AI meme» που ξέφυγε από τον έλεγχο. Αυτό αναδεικνύει μια επικίνδυνη τροπή στην ψηφιακή μας κουλτούρα: η τεχνητή νοημοσύνη δεν μας κάνει μόνο να πιστεύουμε το ψεύτικο, αλλά μας κάνει να αμφισθανόμαστε ανόητοι όταν πιστεύουμε το αληθινό.

Η Διάβρωση της Εμπιστοσύνης και το «Liar’s Dividend»

Οι ηθικές προεκτάσεις αυτής της σύγχυσης υπερβαίνουν κατά πολύ τα όρια του Χόλιγουντ. Οι θεωρητικοί της επικοινωνίας ονομάζουν αυτό το φαινόμενο «Liar’s Dividend» (το μέρισμα του ψεύτη). Σε έναν κόσμο όπου τα deepfakes είναι πανταχού παρόντα, οποιοσδήποτε έρχεται αντιμέτωπος με μια ενοχλητική αλήθεια μπορεί απλώς να ισχυριστεί ότι «είναι προϊόν AI». Στην περίπτωση του «Διαβόλου», η αλήθεια έγινε θύμα της ίδιας της της απιθανότητας. Μετά από τόσα χρόνια φημών και ψεύτικων τρέιλερ, η πραγματική είδηση έμοιαζε με την τελευταία πράξη ενός μακρόσυρτου ψηφιακού αστείου.

Η ειρωνεία είναι ότι η ίδια η ταινία πραγματεύεται την αυθεντικότητα και την επιφάνεια. Το γεγονός ότι το σίκουελ αντιμετωπίζεται ως «meme» πριν καν ξεκινήσουν τα γυρίσματα, αποτελεί μια μεταμοντέρνα κριτική στον τρόπο που καταναλώνουμε την ψυχαγωγία. Η βιομηχανία του κινηματογράφου, στην προσπάθειά της να εκμεταλλευτεί τη νοσταλγία (IP recycling), έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου οι θεατές περιμένουν την ανακύκλωση και, ως εκ τούτου, την αντιλαμβάνονται ως τεχνητή.

Η Πρόκληση για τη Δημοσιογραφία και τα Media

Για τους δημοσιογράφους, η περίπτωση αυτή αποτελεί προειδοποιητικό σήμα. Η ταχύτητα με την οποία μια είδηση χαρακτηρίζεται ως «fake» ή «AI-generated» απαιτεί νέα επίπεδα διαφάνειας και επαλήθευσης. Δεν αρκεί πλέον να μεταδίδεις την είδηση· πρέπει να αποδείξεις την προέλευσή της σε έναν κόσμο που έχει μάθει να μην εμπιστεύεται τα μάτια του.

«Η τεχνητή νοημοσύνη δεν έκλεψε τις δουλειές μας ακόμα, αλλά έκλεψε την ικανότητά μας να εκπλησσόμαστε από την πραγματικότητα»
σημειώνει χαρακτηριστικά ένας αναλυτής ψηφιακών μέσων.

Συμπερασματικά, ο «Διάβολος» μπορεί να φοράει Prada, αλλά το κοινό φοράει πλέον τα γυαλιά του κυνισμού. Η πρόκληση για τους δημιουργούς του σίκουελ δεν θα είναι μόνο να γράψουν ένα καλό σενάριο, αλλά να πείσουν το κοινό ότι η ταινία τους έχει λόγο ύπαρξης πέρα από έναν αλγόριθμο που αναλύει τα δεδομένα της νοσταλγίας. Στην εποχή της AI, η αυθεντικότητα είναι το νέο cerulean: σπάνιο, ακριβό και εξαιρετικά δύσκολο να οριστεί.