Η λάμψη των προβολέων στα στάδια, οι ιαχές εκατομμυρίων φιλάθλων και η παγκόσμια προσοχή που στρέφεται σε μία χώρα για έναν μήνα δημιουργούν συχνά την εντύπωση ενός οικονομικού «Ελντοράντο». Ωστόσο, καθώς η σκόνη κατακάθεται και οι οικονομολόγοι αρχίζουν να επεξεργάζονται τα δεδομένα, η εικόνα που αναδύεται είναι πολύ πιο σύνθετη και, συχνά, λιγότερο ρόδινη από ό,τι υπόσχονται οι διοργανωτές. Το ερώτημα παραμένει επιτακτικό: Σκοράρει τελικά το Μουντιάλ στην πραγματική οικονομία ή πρόκειται για μια καλοστημένη επικοινωνιακή φούσκα;

Η ψευδαίσθηση της κατανάλωσης: Το φαινόμενο της υποκατάστασης

Σύμφωνα με πρόσφατες αναλύσεις από το Ινστιτούτο IfO του Μονάχου και τον γερμανικό εμπορικό σύνδεσμο HDE, η ιδέα ότι ένα Παγκόσμιο Κύπελλο προσφέρει μια καθαρή αύξηση στην εγχώρια κατανάλωση είναι σε μεγάλο βαθμό μύθος. Αυτό που παρατηρείται στην πραγματικότητα είναι το λεγόμενο «φαινόμενο της υποκατάστασης». Οι καταναλωτές δεν ξοδεύουν απαραίτητα περισσότερα χρήματα· απλώς αλλάζουν τις προτεραιότητές τους.

Για παράδειγμα, ένας φίλαθλος μπορεί να αγοράσει μια νέα τηλεόραση υψηλής ευκρίνειας, μια επίσημη φανέλα της εθνικής του ομάδας ή μεγαλύτερες ποσότητες μπίρας και σνακ για τις βραδιές των αγώνων. Ωστόσο, αυτά τα χρήματα αφαιρούνται από άλλες δραστηριότητες: έναν κινηματογράφο, ένα δείπνο σε ένα εστιατόριο που δεν προβάλλει αγώνες ή ακόμα και από τις μελλοντικές αποταμιεύσεις για διακοπές. Όπως επισημαίνει ο Marcel Fratzscher, πρόεδρος του DIW Berlin, «το Μουντιάλ αναδιανέμει τις δαπάνες εντός της οικονομίας, δεν δημιουργεί νέο πλούτο από το μηδέν».

  • Οι πωλήσεις ηλεκτρονικών ειδών σημειώνουν πρόσκαιρη άνοδο.
  • Ο κλάδος της εστίασης (sports bars) ευνοείται εις βάρος του πολιτιστικού τουρισμού.
  • Οι λιανικές πωλήσεις ειδών ένδυσης εκτός αθλητικών ειδών συχνά υποχωρούν.

Τουρισμός: Το παράδοξο της «εκτόπισης»

Μια από τις βασικές υποσχέσεις κάθε υποψήφιας διοργανώτριας χώρας είναι η έκρηξη του τουρισμού. Αν και είναι αλήθεια ότι χιλιάδες οπαδοί κατακλύζουν τις πόλεις, υπάρχει μια σκοτεινή πλευρά που συχνά αγνοείται: το φαινόμενο του «crowding out» (εκτόπιση). Οι τακτικοί τουρίστες, που συνήθως ξοδεύουν περισσότερα σε μουσεία, θέατρα και ακριβά εστιατόρια, τείνουν να αποφεύγουν τις διοργανώτριες χώρες κατά τη διάρκεια του Μουντιάλ για να γλιτώσουν από τον συνωστισμό, τις υψηλές τιμές των ξενοδοχείων και τη φασαρία.

«Οι πόλεις που φιλοξενούν μεγάλες διοργανώσεις συχνά βλέπουν τους παραδοσιακούς επισκέπτες τους να εξαφανίζονται, αντικαθιστώμενοι από οπαδούς που ξοδεύουν τα χρήματά τους κυρίως σε εισιτήρια και φθηνή κατανάλωση», αναφέρει η έκθεση του IfO.

Στην περίπτωση της Γερμανίας, οι αναλυτές παρατήρησαν ότι ενώ τα ξενοδοχεία στις πόλεις που φιλοξενούσαν αγώνες ήταν γεμάτα, οι τιμές ανέβηκαν τόσο πολύ που απέτρεψαν τους επαγγελματίες ταξιδιώτες, οι οποίοι αποτελούν τη ραχοκοκαλιά των εσόδων του κλάδου σε μόνιμη βάση. Το τελικό αποτέλεσμα στο ισοζύγιο του τουρισμού είναι συχνά οριακό ή και αρνητικό.

Υποδομές και «Λευκοί Ελέφαντες»

Το μεγαλύτερο οικονομικό ρίσκο αφορά τις υποδομές. Η κατασκευή υπερσύγχρονων σταδίων που κοστίζουν δισεκατομμύρια ευρώ συχνά οδηγεί στη δημιουργία «Λευκών Ελεφάντων» – κτιρίων που μετά τη διοργάνωση παραμένουν ανενεργά, απαιτώντας τεράστια ποσά για τη συντήρησή τους. Για μια χώρα όπως η Γερμανία, που διαθέτει ήδη έτοιμες υποδομές, το κόστος είναι διαχειρίσιμο. Για αναδυόμενες οικονομίες, όμως, το χρέος που συσσωρεύεται μπορεί να υποθηκεύσει το μέλλον μιας ολόκληρης γενιάς.

Η ανάλυση του κόστους-οφέλους δείχνει ότι οι δημόσιες επενδύσεις σε αθλητικές υποδομές έχουν πολύ χαμηλότερο πολλαπλασιαστή από ό,τι οι επενδύσεις στην παιδεία, την υγεία ή τις ψηφιακές υποδομές. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν τα κεφάλαια των φορολογουμένων χρησιμοποιούνται με τον πλέον αποδοτικό τρόπο ή αν θυσιάζονται στον βωμό του εθνικού γοήτρου.

Η ψυχολογική παράμετρος: Το «Sommermärchen» και η παραγωγικότητα

Υπάρχει όμως και η άυλη πλευρά. Το «Καλοκαιρινό Παραμύθι» (Sommermärchen), όπως ονομάστηκε το Μουντιάλ του 2006 στη Γερμανία, βελτίωσε σημαντικά την εικόνα της χώρας διεθνώς και τόνωσε την εθνική αυτοπεποίθηση. Αυτή η ψυχολογική ανάταση μπορεί να μεταφραστεί σε μια μικρή αύξηση της παραγωγικότητας και της αισιοδοξίας των καταναλωτών, αν και αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί.

Συμπερασματικά, το Μουντιάλ δεν είναι η «μηχανή ανάπτυξης» που πολλοί ευαγγελίζονται. Είναι ένα ακριβό πάρτι, το οποίο μπορεί να προσφέρει στιγμές χαράς και μια προσωρινή προβολή, αλλά σπάνια αφήνει πίσω του ένα θετικό οικονομικό αποτύπωμα που να δικαιολογεί το τεράστιο κόστος του. Η οικονομία δεν σκοράρει με γκολ, αλλά με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και βιώσιμες επενδύσεις.