Σε μια κρίσιμη καμπή για την ελληνική οικονομία, όπου η ακρίβεια και οι πληθωριστικές πιέσεις δοκιμάζουν τις αντοχές των νοικοκυριών, το Υπουργείο Ανάπτυξης προχωρά σε μια νομοθετική πρωτοβουλία που φιλοδοξεί να αλλάξει ριζικά το τοπίο της καταναλωτικής πίστης. Το νέο νομοσχέδιο, που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση έως τις 29 Ιουνίου, δεν αποτελεί απλώς μια τυπική ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής οδηγίας 2023/2225, αλλά μια προσπάθεια θωράκισης του καταναλωτή απέναντι σε πρακτικές που συχνά οδηγούν στον φαύλο κύκλο της υπερχρέωσης.

Το Τέλος των Ανεξέλεγκτων Επιτοκίων

Η σημαντικότερη ίσως τομή του νομοσχεδίου είναι η επιβολή ανώτατου ορίου (πλαφόν) στο Συνολικό Ετήσιο Πραγματικό Επιτόκιο (ΣΕΠΠΕ) και στο συνολικό κόστος της πίστωσης. Μέχρι σήμερα, πολλοί καταναλωτές βρισκόταν αντιμέτωποι με δυσθεώρητα κόστη, ειδικά σε μικροδάνεια ή πιστωτικές κάρτες, όπου τα επιτόκια υπερέβαιναν κατά πολύ τον μέσο όρο της αγοράς. Με τη νέα ρύθμιση, το κόστος αυτό περιορίζεται, διασφαλίζοντας ότι ο δανειολήπτης δεν θα καταλήξει να πληρώνει πολλαπλάσια του αρχικού κεφαλαίου λόγω κρυφών χρεώσεων και υψηλών τόκων.

Η παρέμβαση αυτή έρχεται σε μια στιγμή που η ψηφιακή τραπεζική και οι νέες μορφές δανεισμού έχουν καταστήσει την πρόσβαση στο χρήμα ευκολότερη από ποτέ, αλλά και πιο επικίνδυνη. Η κυβέρνηση επιδιώκει να εξισορροπήσει την ανάγκη για ρευστότητα στην αγορά με την προστασία του κοινωνικού συνόλου, αναγνωρίζοντας ότι η «εύκολη πίστη» μπορεί να μετατραπεί γρήγορα σε κοινωνική κρίση.

Στο «Μικροσκόπιο» το Buy Now, Pay Later (BNPL)

Μια από τις πιο καινοτόμες και ταυτόχρονα αμφιλεγόμενες πτυχές της σύγχρονης αγοράς είναι το μοντέλο «Αγόρασε τώρα, πλήρωσε αργότερα» (BNPL). Το νομοσχέδιο φέρνει αυτές τις υπηρεσίες υπό αυστηρότερο έλεγχο. Πλέον, οι εταιρείες που παρέχουν αυτές τις ευκολίες πληρωμής θα υποχρεούνται να διενεργούν αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του πελάτη, ακριβώς όπως κάνουν οι παραδοσιακές τράπεζες. Αυτό σημαίνει ότι ένας καταναλωτής δεν θα μπορεί να συσσωρεύει μικρές οφειλές σε διαφορετικές πλατφόρμες χωρίς έλεγχο, κάτι που στο παρελθόν οδηγούσε σε αθέατη υπερχρέωση.

Επιπλέον, καθιερώνεται το δικαίωμα υπαναχώρησης 14 ημερών χωρίς αιτιολόγηση, δίνοντας στον καταναλωτή τον απαραίτητο «χρόνο σκέψης» για να ακυρώσει μια παρορμητική αγορά που ίσως δεν μπορεί να υποστηρίξει οικονομικά. Η διαφάνεια ενισχύεται μέσω του Τυποποιημένου Εντύπου Ευρωπαϊκών Πληροφοριών Καταναλωτικής Πίστης (SEPP), το οποίο θα πρέπει να παραδίδεται στον πελάτη πριν από τη σύναψη οποιασδήποτε σύμβασης, αναγράφοντας με σαφήνεια το τελικό ποσό που θα κληθεί να επιστρέψει.

Ψηφιακή Μετάβαση και Δικαιώματα

Το νομοσχέδιο λαμβάνει υπόψη τις τεχνολογικές εξελίξεις, επιτρέποντας την ψηφιακή υπογραφή συμβάσεων, αλλά ταυτόχρονα θέτει φραγμούς στην κατάχρηση των δεδομένων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διαφάνεια των διαφημίσεων. Κάθε προωθητική ενέργεια για δάνειο θα πρέπει να περιλαμβάνει υποχρεωτικά ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα με το ΣΕΠΠΕ, ώστε ο καταναλωτής να μην παραπλανάται από «χαμηλά επιτόκια» που στην πραγματικότητα συνοδεύονται από υψηλές προμήθειες.

Σε περίπτωση παραβίασης των κανόνων, το νομοσχέδιο προβλέπει τσουχτερά πρόστιμα που μπορούν να φτάσουν έως και το 1 εκατομμύριο ευρώ ή το 4% του ετήσιου κύκλου εργασιών της εταιρείας. Αυτό στέλνει ένα σαφές μήνυμα προς τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τις fintech εταιρείες ότι η τήρηση της δεοντολογίας δεν είναι προαιρετική. Η δημόσια διαβούλευση αποτελεί την τελευταία ευκαιρία για τους φορείς της αγοράς και τις οργανώσεις καταναλωτών να καταθέσουν τις προτάσεις τους, πριν το κείμενο πάρει την τελική του μορφή και οδηγηθεί στη Βουλή για ψήφιση.

Η Μακροοικονομική Διάσταση

Από οικονομικής σκοπιάς, ο περιορισμός του κόστους δανεισμού μπορεί να θεωρηθεί δίκοπο μαχαίρι. Ενώ προστατεύει τον καταναλωτή, ενδέχεται να οδηγήσει τις τράπεζες σε πιο συντηρητικές πολιτικές χορηγήσεων, αποκλείοντας άτομα με χαμηλό πιστωτικό σκορ από την επίσημη αγορά πίστωσης. Ωστόσο, η σταθερότητα του συστήματος μακροπρόθεσμα εξαρτάται από την ποιότητα των δανείων και όχι από την ποσότητά τους. Η Ελλάδα, έχοντας την τραυματική εμπειρία των «κόκκινων δανείων», οφείλει να είναι πρωτοπόρος στη δημιουργία ενός ασφαλούς πλαισίου που προάγει την υπεύθυνη δανειοληψία.