Η ιστορία της τεχνολογικής προόδου είναι συνήθως μια ιστορία αποπληθωρισμού. Από την ατμομηχανή μέχρι το διαδίκτυο, οι καινοτομίες τείνουν να μειώνουν το κόστος παραγωγής, να αυξάνουν την αποδοτικότητα και, τελικά, να κάνουν τα αγαθά και τις υπηρεσίες φθηνότερα για τον τελικό καταναλωτή. Ωστόσο, στην περίπτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ), η Goldman Sachs επισημαίνει μια ανησυχητική βραχυπρόθεσμη παρέκκλιση: αντί να λειτουργεί ως «φρένο» στις τιμές, η ΤΝ λειτουργεί επί του παρόντος ως επιταχυντής του πληθωρισμού.
Η Φυσική Υπόσταση της Ψηφιακής Επανάστασης
Το πρώτο και πιο εμφανές σημείο πίεσης εντοπίζεται στην εφοδιαστική αλυσίδα του υλικού (hardware). Η παγκόσμια δίψα για επεξεργαστές γραφικών (GPUs), κυρίως από την Nvidia, έχει δημιουργήσει μια αγορά όπου η ζήτηση υπερβαίνει κατά πολύ την προσφορά. Αυτό δεν επηρεάζει μόνο τους τεχνολογικούς κολοσσούς. Η αύξηση των τιμών στους ημιαγωγούς μετακυλίεται σε μια ευρεία γκάμα προϊόντων, από φορητούς υπολογιστές και διακομιστές μέχρι εξειδικευμένο ιατρικό εξοπλισμό. Σύμφωνα με την ανάλυση της Goldman Sachs, ο δείκτης τιμών προσωπικής κατανάλωσης (PCE) στις ΗΠΑ αντανακλά ήδη αυτές τις αυξήσεις στο λογισμικό και τις ηλεκτρονικές συσκευές.
Επιπλέον, η κατασκευή των απαραίτητων υποδομών —τα περιβόητα data centers— απαιτεί τεράστιες ποσότητες χάλυβα, τσιμέντου και εξειδικευμένου εξοπλισμού ψύξης. Αυτή η «οικοδομική έκρηξη» της ΤΝ ανταγωνίζεται άλλα δημόσια και ιδιωτικά έργα για τους ίδιους πόρους, ωθώντας τις τιμές των πρώτων υλών προς τα πάνω. Είναι μια κλασική περίπτωση πληθωρισμού λόγω ζήτησης, όπου τα κεφάλαια δισεκατομμυρίων δολαρίων που εισρέουν στον κλάδο πιέζουν τα όρια της παραγωγικής ικανότητας της οικονομίας.
Η Ενεργειακή Πρόκληση και το Κόστος του Ρεύματος
Ίσως η πιο κρίσιμη πτυχή της ανάλυσης αφορά την ηλεκτρική ενέργεια. Η εκπαίδευση και η λειτουργία μεγάλων γλωσσικών μοντέλων (LLMs) είναι ενεργοβόρες διαδικασίες που απαιτούν σταθερή παροχή ρεύματος 24 ώρες το 24ωρο. Η Goldman Sachs εκτιμά ότι η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια από τα κέντρα δεδομένων θα αυξηθεί κατά 160% έως το 2030. Αυτή η απότομη άνοδος της ζήτησης έρχεται σε μια στιγμή που τα δίκτυα ηλεκτροδότησης παγκοσμίως βρίσκονται υπό πίεση λόγω της μετάβασης στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
«Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι απλώς κώδικας· είναι ενέργεια και ύλη. Και η ενέργεια αυτή τη στιγμή γίνεται όλο και πιο ακριβή», σημειώνουν οι αναλυτές της τράπεζας.
Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση των τιμολογίων ηλεκτρικού ρεύματος όχι μόνο για τις εταιρείες τεχνολογίας, αλλά και για τα νοικοκυριά. Καθώς οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας επενδύουν δισεκατομμύρια για να αναβαθμίσουν τα δίκτυά τους ώστε να αντέξουν το φορτίο της ΤΝ, το κόστος αυτό μεταφέρεται στους καταναλωτές, τροφοδοτώντας περαιτέρω τον πληθωρισμό στις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας.
Το Παράδοξο του Solow και η Καθυστέρηση της Παραγωγικότητας
Γιατί όμως δεν βλέπουμε ακόμη τα οφέλη της παραγωγικότητας που θα αντιστάθμιζαν αυτές τις αυξήσεις; Οι οικονομολόγοι αναφέρονται συχνά στο «Παράδοξο του Solow», από τη διάσημη φράση του 1987: «Μπορείτε να δείτε την εποχή των υπολογιστών παντού, εκτός από τα στατιστικά στοιχεία για την παραγωγικότητα». Η ΤΝ βρίσκεται σε μια παρόμοια φάση. Οι εταιρείες δαπανούν τεράστια ποσά για την υιοθέτηση της τεχνολογίας, την πρόσληψη ακριβοπληρωμένων μηχανικών και την αγορά αδειών λογισμικού, αλλά η αναδιοργάνωση των εργασιακών διαδικασιών που θα φέρει την πραγματική εξοικονόμηση κόστους απαιτεί χρόνο.
Στο μεταξύ, ο ανταγωνισμός για ταλέντα στην ΤΝ έχει οδηγήσει σε μισθολογικές αυξήσεις που ξεπερνούν κατά πολύ τον μέσο όρο της αγοράς. Αυτές οι αυξήσεις, αν και αφορούν έναν περιορισμένο αριθμό εργαζομένων, δημιουργούν μια «διάχυση» (spillover effect) στις προσδοκίες των εργαζομένων και στο γενικότερο κόστος εργασίας στον τομέα της τεχνολογίας, το οποίο τελικά ενσωματώνεται στις τιμές των υπηρεσιών που απολαμβάνουν οι καταναλωτές.
Συμπέρασμα: Μια Επώδυνη Μετάβαση
Η Goldman Sachs δεν υποστηρίζει ότι η ΤΝ θα είναι για πάντα πληθωριστική. Αντίθετα, η μακροπρόθεσμη πρόβλεψη παραμένει θετική: μόλις οι υποδομές ολοκληρωθούν και η τεχνολογία ενσωματωθεί πλήρως στην παραγωγή, το κόστος θα μειωθεί δραματικά. Ωστόσο, για τα επόμενα 3 έως 5 χρόνια, η παγκόσμια οικονομία καλείται να διαχειριστεί το «κόστος της μετάβασης». Η ΤΝ, από εργαλείο αποπληθωρισμού, έχει μετατραπεί προσωρινά σε μια ακριβή επένδυση που πιέζει τους προϋπολογισμούς των κρατών και των πολιτών, αναγκάζοντας τις κεντρικές τράπεζες να παραμείνουν σε εγρήγορση.