Σε μια δραματική ανατροπή του οικονομικού σκηνικού που επικρατούσε στις αρχές του έτους, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) φαίνεται να εγκαταλείπει το σενάριο της νομισματικής χαλάρωσης, στρεφόμενη εκ νέου σε μια επιθετική πολιτική αυξήσεων. Η είδηση ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της Φρανκφούρτης εξετάζει τουλάχιστον δύο αυξήσεις επιτοκίων εντός του 2026, με την πρώτη να τοποθετείται χρονικά τον Ιούνιο, έχει προκαλέσει τριγμούς στις διεθνείς αγορές και ανησυχία στους δανειολήπτες της Ευρωζώνης.

Η γεωπολιτική εξίσωση και το πετρέλαιο

Η βασική αιτία αυτής της στροφής δεν είναι άλλη από την κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή, με επίκεντρο το Ιράν. Ο πόλεμος που μαίνεται στην περιοχή έχει δημιουργήσει ένα κλίμα αβεβαιότητας που θυμίζει τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του '70. Οι τιμές του αργού πετρελαίου Brent έχουν ξεπεράσει τα 110 δολάρια το βαρέλι, τροφοδοτώντας έναν νέο κύκλο πληθωριστικών πιέσεων που η ΕΚΤ θεωρούσε ότι είχε θέσει υπό έλεγχο.

Για την Κριστίν Λαγκάρντ και τους επιτελείς της, ο κίνδυνος του «δευτερογενούς πληθωρισμού» είναι πλέον ορατός. Όταν το κόστος της ενέργειας αυξάνεται τόσο απότομα, μετακυλίεται αναπόφευκτα στην εφοδιαστική αλυσίδα, στα τρόφιμα και στις υπηρεσίες. Η ΕΚΤ, η οποία έχει ως κύριο καταστατικό στόχο τη σταθερότητα των τιμών στο 2%, δεν μπορεί να παραμείνει αδρανής μπροστά στο ενδεχόμενο ο πληθωρισμός να «ριζώσει» ξανά πάνω από το 4% ή 5%.

Το εσωτερικό μέτωπο στη Φρανκφούρτη: Γεράκια εναντίον Περιστεριών

Στους διαδρόμους του Eurotower, η συζήτηση έχει ανάψει. Τα λεγόμενα «γεράκια», με επικεφαλής τους εκπροσώπους της γερμανικής Bundesbank και των βόρειων χωρών, πιέζουν για άμεση δράση. Υποστηρίζουν ότι η καθυστέρηση στη λήψη μέτρων θα αναγκάσει την Τράπεζα να προχωρήσει σε ακόμα πιο επώδυνες αυξήσεις αργότερα, προκαλώντας βαθιά ύφεση. Από την άλλη πλευρά, τα «περιστέρια» του Νότου εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις. Μια νέα αύξηση των επιτοκίων θα επιβαρύνει το κόστος δανεισμού για χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία, ενώ ταυτόχρονα θα στραγγαλίσει την ήδη αναιμική ανάπτυξη της Ευρωζώνης.

  • Η πρώτη αύξηση αναμένεται να είναι της τάξης των 25 μονάδων βάσης.
  • Η δεύτερη αύξηση θα εξαρτηθεί από την πορεία των τιμών του φυσικού αερίου το φθινόπωρο.
  • Ο κίνδυνος στασιμοπληθωρισμού (stagflation) είναι πλέον το βασικό σενάριο εργασίας για πολλούς αναλυτές.
«Δεν έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε. Η αξιοπιστία της ΕΚΤ διακυβεύεται αν επιτρέψουμε στις προσδοκίες για τον πληθωρισμό να ξεφύγουν», δήλωσε ανώτατο στέλεχος της Τράπεζας υπό τον όρο της ανωνυμίας.

Οι επιπτώσεις για την ελληνική οικονομία

Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια στιγμή που η οικονομία προσπαθούσε να ανακτήσει την επενδυτική της βαθμίδα και να σταθεροποιήσει τους ρυθμούς ανάπτυξης. Η αύξηση των επιτοκίων σημαίνει ακριβότερα στεγαστικά δάνεια για χιλιάδες νοικοκυριά και υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης για τις επιχειρήσεις. Επιπλέον, η ελληνική κυβέρνηση θα βρεθεί αντιμέτωπη με αυξημένα κόστη εξυπηρέτησης του χρέους στις νέες εκδόσεις ομολόγων, γεγονός που περιορίζει τον δημοσιονομικό χώρο για κοινωνικές παροχές.

Η κατάσταση περιπλέκεται από το γεγονός ότι ο τουρισμός, ο βασικός πυλώνας της ελληνικής οικονομίας, είναι εξαιρετικά ευαίσθητος στις τιμές των καυσίμων και στο διαθέσιμο εισόδημα των Ευρωπαίων πολιτών. Αν οι αυξήσεις των επιτοκίων οδηγήσουν σε οικονομική επιβράδυνση στη Γερμανία και τη Γαλλία, οι επιπτώσεις θα γίνουν αισθητές στις ελληνικές παραλίες το ερχόμενο καλοκαίρι.

Συμπέρασμα: Ένας δύσκολος δρόμος μπροστά

Η ΕΚΤ καλείται να ισορροπήσει σε ένα τεντωμένο σκοινί. Από τη μια πλευρά, πρέπει να καταπολεμήσει τον πληθωρισμό που τροφοδοτείται από τον πόλεμο, και από την άλλη να αποφύγει μια γενικευμένη πιστωτική ασφυξία. Η απόφαση του Ιουνίου θα είναι ιστορικής σημασίας, καθώς θα σηματοδοτήσει την έναρξη μιας νέας περιόδου αβεβαιότητας. Σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία λόγω των γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η νομισματική πολιτική παύει να είναι μια τεχνοκρατική άσκηση και μετατρέπεται σε ένα εργαλείο επιβίωσης σε ένα εχθρικό παγκόσμιο περιβάλλον.