Σε μια κίνηση που προκάλεσε αίσθηση στους χρηματοπιστωτικούς κύκλους της Wall Street, η Bank of America (BofA) προχώρησε σε μια ριζική αναθεώρηση των εκτιμήσεών της για τη νομισματική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση των αναλυτών της τράπεζας, η Federal Reserve αναμένεται να διατηρήσει τα επιτόκια σε σταθερά, υψηλά επίπεδα χωρίς περαιτέρω μειώσεις μέχρι και το 2027. Αυτή η πρόβλεψη έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την αισιοδοξία που επικρατούσε στις αρχές του προηγούμενου έτους, όταν οι αγορές «στοιχημάτιζαν» σε μια ταχεία επιστροφή στην εποχή του φθηνού χρήματος.
Η Εμμονή του Πληθωρισμού και η Ανθεκτικότητα της Οικονομίας
Ο κύριος λόγος πίσω από αυτή την απαισιόδοξη —ή ρεαλιστική, κατά πολλούς— πρόβλεψη είναι η διαρθρωτική φύση του πληθωρισμού στη μετα-πανδημική εποχή. Παρά τις επιθετικές αυξήσεις των επιτοκίων που προηγήθηκαν, η αμερικανική οικονομία επιδεικνύει μια απροσδόκητη ανθεκτικότητα. Η αγορά εργασίας παραμένει σφιχτή, με την ανεργία σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, γεγονός που τροφοδοτεί την αύξηση των μισθών και, κατ' επέκταση, την κατανάλωση.
Η BofA επισημαίνει ότι ο «ουδέτερος ρυθμός» (neutral rate) —το επίπεδο δηλαδή των επιτοκίων που ούτε τονώνει ούτε περιορίζει την οικονομία— έχει μετατοπιστεί υψηλότερα. Αυτό σημαίνει ότι τα επιτόκια που παλαιότερα θεωρούνταν «περιοριστικά» είναι πλέον η νέα κανονικότητα. Η έκθεση τονίζει ότι η Fed δεν έχει κανέναν λόγο να βιαστεί να μειώσει τα επιτόκια όσο η ανάπτυξη παραμένει πάνω από το μακροπρόθεσμο μέσο όρο και ο πληθωρισμός αρνείται να σταθεροποιηθεί στον στόχο του 2%.
Δημοσιονομική Κυριαρχία και το Χρέος των ΗΠΑ
Ένας παράγοντας που συχνά παραβλέπεται, αλλά η BofA θέτει στο επίκεντρο, είναι η δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Με τα ελλείμματα να διευρύνονται και το δημόσιο χρέος να καλπάζει, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση συνεχίζει να διοχετεύει ρευστότητα στην οικονομία μέσω επιδοτήσεων και εξοπλιστικών προγραμμάτων. Αυτή η «δημοσιονομική κυριαρχία» ακυρώνει σε μεγάλο βαθμό τις προσπάθειες της Fed να ψυχράνει την οικονομία.
- Η συνεχής έκδοση ομολόγων για τη χρηματοδότηση του ελλείμματος κρατά τις αποδόσεις υψηλά.
- Η γεωπολιτική αστάθεια απαιτεί αυξημένες αμυντικές δαπάνες, οι οποίες είναι πληθωριστικές.
- Η «πράσινη μετάβαση» απαιτεί τεράστιες επενδύσεις κεφαλαίου που διατηρούν τη ζήτηση για χρήμα σε υψηλά επίπεδα.
Σύμφωνα με τους αναλυτές, η Fed βρίσκεται εγκλωβισμένη: αν μειώσει τα επιτόκια πρόωρα, κινδυνεύει με μια νέα έκρηξη του πληθωρισμού τύπου δεκαετίας του '70. Αν τα κρατήσει υψηλά, αυξάνει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους για το ίδιο το κράτος. Η απόφαση για «πάγωμα» φαίνεται ως η λιγότερο επικίνδυνη οδός.
Οι Επιπτώσεις για τις Διεθνείς Αγορές και την Ελλάδα
Το μήνυμα της Bank of America δεν περιορίζεται στα σύνορα των ΗΠΑ. Το δολάριο, ενισχυμένο από τις υψηλές αποδόσεις, αναμένεται να παραμείνει ισχυρό, ασκώντας πιέσεις στα νομίσματα των αναδυόμενων αγορών αλλά και στο ευρώ. Για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), η απόκλιση από τη Fed αποτελεί έναν διαρκή πονοκέφαλο. Μια ΕΚΤ που μειώνει τα επιτόκια ενώ η Fed τα κρατά σταθερά, θα οδηγούσε σε υποτίμηση του ευρώ, εισάγοντας πληθωρισμό μέσω των εισαγωγών ενέργειας.
Για την ελληνική οικονομία, το «πάγωμα» των επιτοκίων σημαίνει ότι το κόστος δανεισμού για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά θα παραμείνει σε επίπεδα που είχαμε να δούμε πάνω από μια δεκαετία. Οι ελπίδες για φθηνότερα στεγαστικά δάνεια ή ευνοϊκότερη αναχρηματοδότηση του εταιρικού χρέους εξανεμίζονται. Ωστόσο, η θετική πλευρά είναι ότι οι αποταμιευτές θα συνεχίσουν να απολαμβάνουν —έστω και περιορισμένες— αποδόσεις, ενώ οι ελληνικές τράπεζες θα διατηρήσουν υψηλά επιτοκιακά περιθώρια, ενισχύοντας την κεφαλαιακή τους βάση.
«Δεν βρισκόμαστε πλέον σε έναν κόσμο όπου οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να σώσουν τις αγορές με την πρώτη ένδειξη αδυναμίας. Η πειθαρχία είναι η νέα λέξη-κλειδί», αναφέρει χαρακτηριστικά η έκθεση.
Συμπερασματικά, η ανάλυση της BofA λειτουργεί ως μια προειδοποιητική βολή για τους επενδυτές που εξακολουθούν να ελπίζουν σε μια επιστροφή στο παρελθόν. Η περίοδος 2024-2027 φαίνεται ότι θα καθοριστεί από τη σταθερότητα των επιτοκίων, τη δημοσιονομική αυστηρότητα και την ανάγκη για πραγματική κερδοφορία των επιχειρήσεων, μακριά από τη «ναρκωτική» επίδραση του μηδενικού κόστους χρήματος.