Η συζήτηση για τις οικονομικές επιπτώσεις του Brexit δεν είναι πλέον μια θεωρητική άσκηση πολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά μια σκληρή πραγματικότητα που αποτυπώνεται στους ισολογισμούς της Τράπεζας της Αγγλίας (BoE). Ο Hu Pill, επικεφαλής οικονομολόγος της κεντρικής τράπεζας, προέβη πρόσφατα σε μια παραδοχή που πολλοί στην πολιτική σκηνή του Λονδίνου προσπαθούν να αποφύγουν: το Brexit αποτελεί έναν από τους κύριους παράγοντες που καθιστούν τον πληθωρισμό στο Ηνωμένο Βασίλειο πιο επίμονο και δύσκολο να καταπολεμηθεί σε σύγκριση με την Ευρωζώνη ή τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σύμφωνα με τον Pill, η έξοδος από την ενιαία αγορά έχει δημιουργήσει δομικές αδυναμίες στην προσφορά, οι οποίες περιορίζουν την ικανότητα της οικονομίας να αναπτύσσεται χωρίς να πυροδοτείται άνοδος των τιμών. Αυτό το φαινόμενο, που συχνά περιγράφεται ως μείωση του «δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης», σημαίνει ότι η BoE πρέπει να διατηρεί τα επιτόκια υψηλότερα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα προκειμένου να καταστείλει τη ζήτηση, καθώς η προσφορά —τόσο σε εργασία όσο και σε αγαθά— παραμένει ασφυκτικά περιορισμένη.
Η Κρίση της Αγοράς Εργασίας και το Τέλος της Ελεύθερης Μετακίνησης
Ένας από τους πιο κρίσιμους τομείς όπου το Brexit έχει αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι του είναι η αγορά εργασίας. Η κατάργηση της ελεύθερης μετακίνησης εργαζομένων από την ΕΕ έχει δημιουργήσει σοβαρές ελλείψεις σε τομείς όπως η φιλοξενία, η γεωργία και οι κατασκευές. Ενώ οι υποστηρικτές του Brexit υποστήριζαν ότι αυτό θα οδηγούσε σε αύξηση των μισθών για τους Βρετανούς εργαζόμενους, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Οι αυξήσεις των μισθών, χωρίς αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας, έχουν μετατραπεί σε πληθωριστικές πιέσεις.
Οι επιχειρήσεις, αντιμέτωπες με την έλλειψη προσωπικού, αναγκάζονται να προσφέρουν υψηλότερες αμοιβές για να προσελκύσουν το ελάχιστο διαθέσιμο ταλέντο, κόστος το οποίο μετακυλίεται άμεσα στον καταναλωτή. Όπως επισημαίνει η ανάλυση της BoE, η στενότητα της αγοράς εργασίας στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι «μοναδικά οξεία». Η απώλεια πρόσβασης σε μια ευέλικτη δεξαμενή εργασίας από την ήπειρο σημαίνει ότι η βρετανική οικονομία έχει χάσει τη βαλβίδα αποσυμπίεσης που διέθετε σε περιόδους οικονομικής θέρμανσης.
- Μείωση του εργατικού δυναμικού λόγω αυστηρότερων μεταναστευτικών κανόνων.
- Αύξηση του κόστους πρόσληψης και εκπαίδευσης εγχώριου προσωπικού.
- Μισθολογικό σπιράλ που τροφοδοτεί τον πληθωρισμό των υπηρεσιών.
Εμπορικά Εμπόδια και η Άνοδος του Κόστους Ζωής
Πέρα από την εργασία, το εμπόριο αγαθών έχει υποστεί σημαντικό πλήγμα. Παρόλο που η Συμφωνία Εμπορίου και Συνεργασίας (TCA) απέφυγε τους δασμούς, εισήγαγε μια πληθώρα μη δασμολογικών εμποδίων. Οι τελωνειακοί έλεγχοι, οι κανόνες καταγωγής και οι νέες υγειονομικές προδιαγραφές έχουν προσθέσει γραφειοκρατικό βάρος και κόστος στις εισαγωγές από την ΕΕ, η οποία παραμένει ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της χώρας.
Αυτά τα πρόσθετα κόστη λειτουργούν ως ένας έμμεσος φόρος στις εισαγωγές. Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η πολυπλοκότητα των νέων διαδικασιών είναι συχνά απαγορευτική, οδηγώντας σε μείωση του ανταγωνισμού και, κατά συνέπεια, σε υψηλότερες τιμές για τα προϊόντα στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Η BoE παρατηρεί ότι ο πληθωρισμός των τροφίμων στο Ηνωμένο Βασίλειο παρέμεινε σε υψηλότερα επίπεδα από ό,τι σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, εν μέρει λόγω αυτών των εμπορικών τριβών που είναι εγγενείς στο μοντέλο του «Hard Brexit» που επιλέχθηκε.
«Το Brexit δεν ήταν ένα μεμονωμένο σοκ, αλλά μια διαρκής αλλαγή στις οικονομικές παραμέτρους της χώρας, η οποία μειώνει την αποδοτικότητα και αυξάνει το κόστος παραγωγής», σημειώνουν αναλυτές της City.
Η Επενδυτική Άπνοια και η Παραγωγικότητα
Το τρίτο σκέλος της προβληματικής εξίσωσης είναι η επενδυτική δραστηριότητα. Από το δημοψήφισμα του 2016 και μετά, οι επιχειρηματικές επενδύσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο έχουν παραμείνει στάσιμες. Η αβεβαιότητα σχετικά με τη μελλοντική σχέση με την ΕΕ και η απόκλιση των κανονιστικών πλαισίων έχουν αποτρέψει τις εταιρείες από το να επενδύσουν σε νέες τεχνολογίες και υποδομές που θα βελτίωναν την παραγωγικότητα.
Χωρίς επενδύσεις, η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλή, πράγμα που σημαίνει ότι η οικονομία δεν μπορεί να παράγει περισσότερα με τους ίδιους πόρους. Αυτή η στασιμότητα της προσφοράς είναι η «αχίλλειος πτέρνα» της βρετανικής οικονομίας στην προσπάθεια της BoE να επαναφέρει τον πληθωρισμό στο στόχο του 2%. Όταν η ζήτηση αυξάνεται έστω και ελάχιστα, η περιορισμένη παραγωγική ικανότητα οδηγεί αμέσως σε ανατιμήσεις. Ο Hu Pill υπογραμμίζει ότι αυτή η «διάβρωση της προσφοράς» είναι μια άμεση συνέπεια της νέας οικονομικής γεωγραφίας που δημιούργησε το Brexit.
Συμπερασματικά, η Τράπεζα της Αγγλίας βρίσκεται σε μια εξαιρετικά δύσκολη θέση. Πρέπει να χρησιμοποιήσει το αμβλύ εργαλείο των επιτοκίων για να θεραπεύσει ένα πρόβλημα που είναι σε μεγάλο βαθμό δομικό. Ενώ ο παγκόσμιος πληθωρισμός υποχωρεί καθώς οι τιμές της ενέργειας σταθεροποιούνται, το Ηνωμένο Βασίλειο αντιμετωπίζει μια «εγχώρια επίγευση» πληθωρισμού, η οποία τροφοδοτείται από τις επιλογές που έγιναν την προηγούμενη δεκαετία. Η μάχη κατά του πληθωρισμού στη Βρετανία δεν είναι μόνο νομισματική, αλλά και βαθιά πολιτική, καθώς απαιτεί μια ειλικρινή επαναξιολόγηση των εμπορικών και εργασιακών σχέσεων με την υπόλοιπη Ευρώπη.