Καθώς διανύουμε το πρώτο μισό του 2026, η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) δεν αποτελεί πλέον μια μελλοντική υπόσχεση αλλά την κεντρική μηχανή της παγκόσμιας οικονομίας. Ωστόσο, μια νέα, εμπεριστατωμένη μελέτη από το Centre for Economic Policy Research (CEPR) φέρνει στο φως μια ανησυχητική πραγματικότητα: τα κέρδη από την επανάσταση της AI δεν κατανέμονται ισόποσα. Αντίθετα, οι υφιστάμενοι παγκόσμιοι εμπορικοί δεσμοί λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές ισχύος για τις ήδη αναπτυγμένες οικονομίες, απειλώντας να αφήσουν πίσω τον αναπτυσσόμενο κόσμο σε ένα νέο «ψηφιακό μεσαίωνα».
Η Μετατόπιση της Συγκριτικής Υπεροχής
Για δεκαετίες, το διεθνές εμπόριο βασιζόταν στη θεωρία του συγκριτικού πλεονεκτήματος: ορισμένες χώρες εξήγαγαν πρώτες ύλες, άλλες φθηνή εργασία και άλλες υψηλή τεχνολογία. Η AI ανατρέπει αυτό το μοντέλο. Σύμφωνα με την έρευνα του CEPR, η ικανότητα μιας χώρας να ενσωματώνει την AI στις παραγωγικές της διαδικασίες αναδιαμορφώνει το τι θεωρείται «πλεονέκτημα». Οι χώρες που διαθέτουν την υποδομή —υπολογιστική ισχύ, δεδομένα και εξειδικευμένο προσωπικό— βλέπουν μια εκθετική αύξηση στην παραγωγικότητα των υπηρεσιών και της μεταποίησης.
Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι η AI τείνει να αυτοματοποιεί εργασίες που παραδοσιακά αποτελούσαν τη βάση της ανάπτυξης για τις αναδυόμενες οικονομίες. Όταν η παραγωγή μπορεί να γίνει πιο φθηνά και κοντά στον καταναλωτή (near-shoring) μέσω ρομποτικής καθοδηγούμενης από AI, το πλεονέκτημα του χαμηλού εργατικού κόστους σε χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας ή της Αφρικής εξανεμίζεται. Η μελέτη δείχνει ότι οι εμπορικές ροές πλέον ευνοούν δυσανάλογα τις χώρες που εξάγουν «ευφυή» προϊόντα και υπηρεσίες.
Εμπορικοί Δεσμοί: Αγωγοί ή Φραγμοί;
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της έκθεσης αφορά τον ρόλο των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας. Θεωρητικά, το εμπόριο θα έπρεπε να διευκολύνει τη διάχυση της τεχνολογίας. Ωστόσο, στην περίπτωση της AI, παρατηρούμε το φαινόμενο του «τεχνολογικού εγκλωβισμού». Οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες των ΗΠΑ και της Κίνας ελέγχουν τα θεμελιώδη μοντέλα (foundation models), επιβάλλοντας όρους χρήσης που συχνά εμποδίζουν την τοπική καινοτομία στις χώρες-εισαγωγείς.
- Οι χώρες με ισχυρούς δεσμούς με τα τεχνολογικά κέντρα (Silicon Valley, Shenzhen) κερδίζουν ταχύτερη πρόσβαση σε εργαλεία AI.
- Ο ψηφιακός προστατευτισμός, μέσω δασμών στα δεδομένα ή περιορισμών στις εξαγωγές τσιπ, δημιουργεί «νησίδες» τεχνολογικής υπεροχής.
- Η εξάρτηση από ξένα μοντέλα AI δημιουργεί μια νέα μορφή εμπορικού ελλείμματος: το «έλλειμμα νοημοσύνης».
Η μελέτη τονίζει ότι οι χώρες που δεν θα καταφέρουν να αναπτύξουν δική τους στρατηγική AI ή να διαπραγματευτούν καλύτερους όρους στις εμπορικές τους συμφωνίες, θα βρεθούν να πληρώνουν «ενοίκιο» για την πρόσβαση στην παραγωγικότητα, μεταφέροντας πλούτο προς τους κατόχους των αλγορίθμων.
Γεωπολιτικές Προεκτάσεις και το Μέλλον
Η κατανομή των κερδών από την AI δεν είναι μόνο οικονομικό ζήτημα, αλλά και βαθύτατα πολιτικό. Η ΕΕ, μέσω του AI Act (που πλέον εφαρμόζεται πλήρως το 2026), προσπάθησε να θέσει κανόνες, αλλά η έρευνα του CEPR υποδηλώνει ότι οι κανονισμοί από μόνοι τους δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν την οικονομική βαρύτητα της καινοτομίας. Η «διπλωματία της AI» αναδεικνύεται σε κρίσιμο παράγοντα των διεθνών σχέσεων.
«Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι απλώς ένας νέος κλάδος του εμπορίου· είναι το λειτουργικό σύστημα πάνω στο οποίο θα διεξάγεται όλο το μελλοντικό εμπόριο. Αν η πρόσβαση σε αυτό το λειτουργικό σύστημα είναι άνιση, η παγκόσμια ανισότητα θα παγιωθεί για τις επόμενες γενιές», αναφέρει η έκθεση.
Συμπερασματικά, η μελέτη καλεί για μια παγκόσμια αναθεώρηση των εμπορικών κανόνων. Προτείνει τη δημιουργία διεθνών μηχανισμών για τη μεταφορά τεχνολογίας AI και τη διασφάλιση ότι οι αναπτυσσόμενες χώρες δεν θα αποκλειστούν από τις ψηφιακές αλυσίδες αξίας. Χωρίς μια συντονισμένη προσπάθεια, η AI κινδυνεύει να μετατρέψει το παγκόσμιο εμπόριο σε ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, όπου ο νικητής τα παίρνει όλα.