Μια θεμελιώδης αλλαγή στο τοπίο του ηλεκτρονικού εμπορίου αναμένεται να τεθεί σε ισχύ από την 1η Ιουλίου, σηματοδοτώντας το τέλος μιας εποχής όπου οι καταναλωτές μπορούσαν να αγοράσουν μικροαντικείμενα, αξεσουάρ και είδη ένδυσης σε τιμές που συχνά δεν ξεπερνούσαν το κόστος ενός καφέ. Η ελληνική κυβέρνηση, σε εναρμόνιση με τις ευρύτερες κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προχωρά στην επιβολή ενός ειδικού διοικητικού τέλους —το οποίο ήδη αποκαλείται «χαράτσι» στην αγορά— ύψους 3 ευρώ ανά αντικείμενο για δέματα που προέρχονται από χώρες εκτός ΕΕ, με κύριο στόχο τους κινεζικούς κολοσσούς Temu, Shein και AliExpress.

Η ανατομία της νέας επιβάρυνσης

Η απόφαση αυτή δεν έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία, αλλά αποτελεί το αποκορύφωμα μιας μακράς περιόδου διαβουλεύσεων σχετικά με τον αθέμιτο ανταγωνισμό που υφίστανται οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις λιανικής. Μέχρι σήμερα, η στρατηγική των κινεζικών πλατφόρμων βασιζόταν στην εκμετάλλευση των ορίων de minimis για τους δασμούς, καθώς και στα εξαιρετικά χαμηλά κόστη αποστολής που επιδοτούνται συχνά από το κινεζικό κράτος. Με το νέο μέτρο, ένα δέμα που περιέχει πέντε διαφορετικά αντικείμενα αξίας 2 ευρώ το καθένα, θα επιβαρύνεται πλέον με επιπλέον 15 ευρώ (3 ευρώ ανά είδος), καθιστώντας την αγορά οικονομικά ασύμφορη.

Το μέτρο στοχεύει απευθείας στο μοντέλο του «ultra-fast fashion» και των «μικρο-αγορών» (micro-purchasing). Οι πλατφόρμες αυτές έχουν κατακλύσει την ελληνική αγορά, με χιλιάδες δέματα να φτάνουν καθημερινά στα κέντρα διαλογής, προκαλώντας ασφυξία στις ταχυδρομικές υπηρεσίες και τεράστια απώλεια εσόδων για το τοπικό εμπόριο, το οποίο υποχρεούται να τηρεί αυστηρούς κανόνες ασφαλείας, περιβαλλοντικά πρότυπα και να αποδίδει ΦΠΑ από το πρώτο λεπτό.

Προστατευτισμός ή ανάγκη για βιωσιμότητα;

Οι υποστηρικτές του μέτρου υποστηρίζουν ότι πρόκειται για μια κίνηση επιβίωσης της ευρωπαϊκής αγοράς. Οι εγχώριοι έμποροι λιανικής, που επιβαρύνονται με ενοίκια, μισθούς, ασφαλιστικές εισφορές και φόρους, αδυνατούσαν να ανταγωνιστούν τιμές που συχνά ήταν χαμηλότερες από το κόστος της πρώτης ύλης στην Ευρώπη. Επιπλέον, τίθεται το ζήτημα της ποιότητας και της ασφάλειας των προϊόντων. Πολλά από τα είδη που διακινούνται μέσω αυτών των πλατφόρμων δεν φέρουν πιστοποίηση CE ή περιέχουν ουσίες που έχουν απαγορευτεί στην ΕΕ, αποτελώντας κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχει η περιβαλλοντική διάσταση. Το μοντέλο της Temu και της Shein βασίζεται στην αεροπορική μεταφορά εκατομμυρίων μικρών δεμάτων από την Κίνα απευθείας στην πόρτα του καταναλωτή. Αυτό το «αποτύπωμα άνθρακα ανά αντικείμενο» είναι δυσανάλογα υψηλό σε σχέση με τις παραδοσιακές μεθόδους logistics, όπου τα προϊόντα μεταφέρονται μαζικά με πλοία. Το τέλος των 3 ευρώ λειτουργεί ουσιαστικά και ως ένας άτυπος «φόρος ρύπανσης», αποθαρρύνοντας την αλόγιστη κατανάλωση προϊόντων μιας χρήσης.

Οι αντιδράσεις των καταναλωτών και η επόμενη μέρα

Για τον Έλληνα καταναλωτή, που πλήττεται από τον πληθωρισμό και τη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος, οι πλατφόρμες αυτές αποτελούσαν μια «βαλβίδα αποσυμπίεσης». Η δυνατότητα αγοράς ειδών σπιτιού ή ένδυσης σε εξευτελιστικές τιμές ήταν μια λύση ανάγκης για πολλά νοικοκυριά. Η επιβολή του τέλους αναμένεται να προκαλέσει κύμα αντιδράσεων, καθώς αυξάνει το κόστος σε ορισμένες περιπτώσεις έως και 200% ή 300% επί της αρχικής τιμής του προϊόντος.

«Δεν πρόκειται απλώς για έναν φόρο, αλλά για μια αλλαγή παραδείγματος στον τρόπο που καταναλώνουμε. Η εποχή του 'τσάμπα' τελειώνει γιατί το κόστος του το πλήρωνε τελικά το περιβάλλον και η τοπική οικονομία», αναφέρει στέλεχος της αγοράς logistics.

Οι κινεζικές εταιρείες, ωστόσο, δεν αναμένεται να μείνουν με σταυρωμένα τα χέρια. Ήδη εξετάζουν τη δημιουργία μεγάλων κέντρων διανομής (fulfillment centers) εντός ευρωπαϊκού εδάφους (π.χ. σε Ουγγαρία ή Πολωνία). Εάν τα προϊόντα εκτελωνίζονται μαζικά κατά την είσοδό τους στην ΕΕ και αποστέλλονται από ευρωπαϊκή αποθήκη, το τέλος των 3 ευρώ ανά αντικείμενο ενδέχεται να παρακαμφθεί, καθώς θα θεωρούνται ενδοκοινοτικές συναλλαγές. Η μάχη για τον έλεγχο του ψηφιακού ραφιού μόλις πέρασε σε μια νέα, πιο σκληρή φάση.