Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια από τις πιο πιεστικές κοινωνικές προκλήσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου: τη στεγαστική κρίση. Η ραγδαία αύξηση των ενοικίων, η έλλειψη διαθέσιμων ακινήτων για μακροχρόνια μίσθωση και η κυριαρχία των βραχυχρόνιων μισθώσεων έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό κοκτέιλ που πλήττει κυρίως τη νέα γενιά. Η απάντηση της κυβέρνησης έρχεται μέσω μιας εθνικής στρατηγικής ύψους 7 δισεκατομμυρίων ευρώ, η οποία περιλαμβάνει 43 εξειδικευμένα μέτρα. Το ερώτημα που πλανάται πάνω από την αγορά ακινήτων είναι αν αυτά τα κεφάλαια αρκούν για να αναστρέψουν μια δομική ανισορροπία δεκαετιών.
Το Πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ»: Η Διεύρυνση της Ιδιοκατοίκησης
Η αιχμή του δόρατος της κυβερνητικής πολιτικής είναι το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ», με προϋπολογισμό 2 δισεκατομμυρίων ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης. Το πρόγραμμα στοχεύει στην παροχή χαμηλότοκων στεγαστικών δανείων, με το επιτόκιο να διαμορφώνεται στο 50% του εμπορικού, ενώ για τρίτεκνους και πολύτεκνους η επιδότηση φτάνει το 75%. Η σημαντικότερη αλλαγή σε σχέση με τον πρώτο κύκλο είναι η διεύρυνση των ηλικιακών ορίων (έως 50 έτη) και των εισοδηματικών κριτηρίων, επιτρέποντας σε περισσότερα νοικοκυριά να διεκδικήσουν τη δική τους στέγη.
Ωστόσο, η επιτυχία του προγράμματος εξαρτάται άμεσα από τη διαθεσιμότητα των ακινήτων. Η αγορά σήμερα χαρακτηρίζεται από έλλειψη ποιοτικών διαμερισμάτων που να εμπίπτουν στα όρια τιμής του προγράμματος. Αυτό οδηγεί σε έναν κίνδυνο τεχνητής αύξησης των τιμών στα παλαιότερα ακίνητα, καθώς η ζήτηση ενισχύεται απότομα μέσω της κρατικής επιδότησης, χωρίς την αντίστοιχη αύξηση της προσφοράς.
Ανακαινίζω-Νοικιάζω και Φορολογικά Κίνητρα για τα Κλειστά Ακίνητα
Μια από τις πιο καινοτόμες πτυχές του σχεδίου είναι η προσπάθεια ενεργοποίησης των περίπου 250.000 κλειστών διαμερισμάτων στην Αττική. Το πρόγραμμα «Ανακαινίζω-Νοικιάζω» επιδοτεί έως και το 60% των δαπανών ανακαίνισης (με ανώτατο όριο τα 13.500 ευρώ), υπό την προϋπόθεση ότι το ακίνητο θα διατεθεί για μακροχρόνια μίσθωση τουλάχιστον τριών ετών. Παράλληλα, θεσπίζεται τριετής φοροαπαλλαγή από το φόρο εισοδήματος ενοικίων για όσους ιδιοκτήτες ανοίξουν κλειστά σπίτια ή μετατρέψουν μια βραχυχρόνια μίσθωση σε μακροχρόνια.
Η στρατηγική αυτή αναγνωρίζει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η έλλειψη νέων οικοδομών, αλλά η απαξίωση του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος. Οι ιδιοκτήτες, φοβούμενοι το κόστος επισκευής και την κακοπληρωμή, προτιμούσαν να κρατούν τα ακίνητα κλειστά. Η συνδυαστική δράση επιδότησης και φοροαπαλλαγής αποτελεί ένα ισχυρό κίνητρο, αν και οι επικριτές σημειώνουν ότι το ύψος της επιδότησης ίσως είναι μικρό σε σχέση με τις τρέχουσες τιμές των υλικών οικοδομής.
Ο Περιορισμός του Airbnb και η Κοινωνική Αντιπαροχή
Για πρώτη φορά, η κυβέρνηση παρεμβαίνει δραστικά στην αγορά των βραχυχρόνιων μισθώσεων. Στα τρία κεντρικά διαμερίσματα της Αθήνας, επιβάλλεται «πάγωμα» στις νέες άδειες Airbnb για τουλάχιστον έναν χρόνο. Η κίνηση αυτή στοχεύει στην ανάσχεση της τουριστικοποίησης ολόκληρων γειτονιών και στην επιστροφή των κατοίκων στο κέντρο της πόλης. Επιπλέον, αυξάνεται το τέλος κλιματικής ανθεκτικότητας για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις, εξισώνοντάς τες οικονομικά με τις ξενοδοχειακές μονάδες.
Στο πεδίο της κοινωνικής στέγασης, εισάγεται ο θεσμός της «Κοινωνικής Αντιπαροχής». Το κράτος παραχωρεί αδρανή ακίνητα του Δημοσίου σε ιδιώτες κατασκευαστές, οι οποίοι αναλαμβάνουν την ανέγερση σύγχρονων κατοικιών. Ένα μέρος αυτών των κατοικιών θα διατίθεται με χαμηλό ενοίκιο σε δικαιούχους με κοινωνικά κριτήρια, ενώ το υπόλοιπο θα παραμένει προς εμπορική εκμετάλλευση από τον κατασκευαστή. Πρόκειται για ένα μοντέλο που έχει λειτουργήσει επιτυχημένα σε χώρες όπως η Αυστρία και η Ισπανία, αλλά απαιτεί διαφάνεια και αυστηρή εποπτεία για να μην καταλήξει σε μια ακόμα μεταφορά δημόσιας περιουσίας σε ιδιωτικά συμφέροντα.
Συμπεράσματα και Προοπτικές
Η εθνική στρατηγική για τη στέγαση είναι ένα πολυεπίπεδο σχέδιο που προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ της κοινωνικής ανάγκης και των κανόνων της αγοράς. Η επιτυχία του θα κριθεί από την ταχύτητα υλοποίησης των πλατφορμών και τη συμμετοχή των τραπεζών. Αν τα 7 δισεκατομμύρια ευρώ καταφέρουν να αυξήσουν την προσφορά κατοικίας, τότε οι τιμές θα σταθεροποιηθούν. Αν όμως η ζήτηση συνεχίσει να υπερβαίνει την προσφορά, τα μέτρα κινδυνεύουν να λειτουργήσουν ως απλό «παυσίπονο» σε ένα πρόβλημα που απαιτεί χειρουργική επέμβαση.