Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, όπου η μακροοικονομική σταθερότητα συγκρούεται με τις χρόνιες παθογένειες. Η πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, αν και αναγνωρίζει την πρόοδο και την ανάπτυξη που υπερβαίνει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, δεν χαρίζεται στις ελληνικές αρχές. Αντιθέτως, αναδεικνύει 20 συγκεκριμένα «αγκάθια» που εμποδίζουν τη χώρα να μεταβεί σε ένα βιώσιμο και ανθεκτικό οικονομικό μοντέλο. Η κεντρική εντολή από τις Βρυξέλλες είναι σαφής: η εποχή των οριζόντιων ενισχύσεων έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί και η Αθήνα πρέπει να προχωρήσει σε ένα επώδυνο «ψαλίδι» στις φοροαπαλλαγές που επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό.

Το Τέλος των Οριζόντιων Ενισχύσεων και η Νέα Δημοσιονομική Πειθαρχία

Η Κομισιόν είναι κατηγορηματική όσον αφορά τη διαχείριση των δημόσιων πόρων. Με την επιστροφή των αυστηρών δημοσιονομικών κανόνων, η πρακτική των οριζόντιων μέτρων στήριξης –όπως τα energy pass ή οι γενικευμένες επιδοτήσεις καυσίμων που είδαμε τα προηγούμενα χρόνια– θεωρείται πλέον αντιπαραγωγική. Η Επιτροπή ζητά από την ελληνική κυβέρνηση να αποσύρει κάθε εναπομείναν μέτρο στήριξης που δεν στοχεύει αυστηρά στις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Η λογική είναι διττή: αφενός η μείωση του ελλείμματος και του δημόσιου χρέους, και αφετέρου η αποφυγή αναζωπύρωσης των πληθωριστικών πιέσεων μέσω της υπερβολικής ρευστότητας.

Παράλληλα, στο μικροσκόπιο μπαίνουν οι φοροαπαλλαγές. Η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα πιο δαιδαλώδη συστήματα φορολογικών απαλλαγών στην Ευρωζώνη, το οποίο συχνά λειτουργεί ως «τρύπα» για τη φοροδιαφυγή και τη διάβρωση της φορολογικής βάσης. Η Κομισιόν ζητά την πλήρη αναθεώρηση αυτών των εξαιρέσεων, με στόχο την εξοικονόμηση πόρων που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε δημόσιες επενδύσεις και στην περαιτέρω μείωση του φορολογικού βάρους για τους συνεπείς φορολογούμενους.

Τα Δομικά Εμπόδια: Δικαιοσύνη, Παιδεία και Εργασία

Πέρα από τους αριθμούς, η έκθεση εστιάζει στις «ανοιχτές πληγές» του ελληνικού κράτους. Το νούμερο ένα εμπόδιο για την προσέλκυση σοβαρών ξένων επενδύσεων παραμένει η ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης. Παρά τις ψηφιακές μεταρρυθμίσεις, ο χρόνος που απαιτείται για την τελεσιδικία μιας υπόθεσης στην Ελλάδα παραμένει δραματικά υψηλός, δημιουργώντας ένα αίσθημα ανασφάλειας δικαίου στην αγορά. Η Κομισιόν επισημαίνει ότι χωρίς μια ριζική τομή στο δικαστικό σύστημα, η οικονομική ανάπτυξη θα παραμείνει «ρηχή».

Στον τομέα της εργασίας, η εικόνα είναι εξίσου ανησυχητική. Αν και η ανεργία μειώνεται, η Ελλάδα αντιμετωπίζει ένα παράδοξο: υψηλά ποσοστά ανεργίας σε ορισμένες ομάδες (νέοι, γυναίκες) και ταυτόχρονα τεράστιες ελλείψεις εργατικού δυναμικού σε κρίσιμους κλάδους όπως ο τουρισμός, οι κατασκευές και η τεχνολογία. Η αναντιστοιχία δεξιοτήτων (skills mismatch) είναι το «αγκάθι» που η κυβέρνηση καλείται να αντιμετωπίσει μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, όμως τα αποτελέσματα μέχρι στιγμής κρίνονται ως ανεπαρκή από τις Βρυξέλλες.

Η Πρόκληση της Παραγωγικότητας και το Ιδιωτικό Χρέος

Ένα από τα πιο σοβαρά σημεία της έκθεσης αφορά το χάσμα παραγωγικότητας. Η ελληνική οικονομία παραμένει προσανατολισμένη σε υπηρεσίες χαμηλής προστιθέμενης αξίας. Η Κομισιόν τονίζει την ανάγκη για μετασχηματισμό του παραγωγικού μοντέλου προς την καινοτομία και τις εξαγωγές. Επιπλέον, το ιδιωτικό χρέος παραμένει ένας «βραχνάς» για το τραπεζικό σύστημα και την πραγματική οικονομία. Παρά τη μείωση των κόκκινων δανείων (NPLs) στους ισολογισμούς των τραπεζών, το χρέος παραμένει στην κοινωνία, διαχειριζόμενο από τους servicers, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα χιλιάδων επιχειρήσεων και νοικοκυριών να έχουν πρόσβαση σε νέο δανεισμό.

  • Κατάργηση οριζόντιων επιδοτήσεων και μετάβαση σε στοχευμένα μέτρα.
  • Αυστηρή αναθεώρηση και περικοπή φοροαπαλλαγών που δεν αποδίδουν.
  • Επιτάχυνση της δικαιοσύνης ως προϋπόθεση για επενδύσεις.
  • Αντιμετώπιση της έλλειψης εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού.
  • Μείωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών μέσω εξαγωγών.

Συμπερασματικά, η έκθεση της Κομισιόν λειτουργεί ως μια υπενθύμιση ότι η περίοδος χάριτος τελείωσε. Η Ελλάδα δεν κρίνεται πλέον με τα κριτήρια της κρίσης, αλλά με τα κριτήρια μιας κανονικής ευρωπαϊκής χώρας που οφείλει να διορθώσει τις στρεβλώσεις δεκαετιών αν θέλει να αποφύγει μια νέα οπισθοδρόμηση στο μέλλον.