Η εικόνα που αναδύεται από τα στοιχεία του 2025 για την ελληνική οικονομία είναι τουλάχιστον απογοητευτική. Παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση και η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) επένδυσαν δισεκατομμύρια στην ψηφιοποίηση των συναλλαγών, τη διασύνδεση των POS με τις ταμειακές μηχανές και τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης για τον εντοπισμό ύποπτων κινήσεων, η φοροδιαφυγή όχι μόνο δεν υποχώρησε, αλλά άγγιξε το ανησυχητικό 29,7% επί του συνολικού κύκλου εργασιών σε συγκεκριμένους τομείς. Το 2025 καταγράφεται ως η χρονιά που η «μαύρη οικονομία» απέδειξε την ανθεκτικότητά της απέναντι στον ψηφιακό έλεγχο, δημιουργώντας ένα αίσθημα αδικίας στους συνεπείς φορολογούμενους.
Οι «Πρωταθλητές» της Παραοικονομίας
Στην κορυφή της λίστας των κλάδων με τη μεγαλύτερη παραβατικότητα βρίσκονται παραδοσιακά οι κατασκευές, οι ελεύθεροι επαγγελματίες και ο κλάδος της εστίασης και του τουρισμού. Στον τομέα των κατασκευών, η φοροδιαφυγή λαμβάνει τη μορφή της υποτιμολόγησης υπηρεσιών και της αγοράς υλικών χωρίς παραστατικά. Παρά την υποχρεωτική χρήση ηλεκτρονικών πληρωμών, ένα μεγάλο μέρος των ανακαινίσεων και των μικροεπισκευών εξακολουθεί να κινείται «κάτω από το τραπέζι», με τους καταναλωτές συχνά να συναινούν προκειμένου να αποφύγουν την επιβάρυνση του ΦΠΑ.
Οι ελεύθεροι επαγγελματίες, όπως γιατροί, δικηγόροι και μηχανικοί, αποτελούν μια άλλη κατηγορία που εμφανίζει υψηλά ποσοστά απόκρυψης εισοδημάτων. Παρά τα τεκμαρτά εισοδήματα που θεσπίστηκαν, η εφευρετικότητα για την παράκαμψη των ελέγχων παραμένει υψηλή. Στην εστίαση, το φαινόμενο των «πειραγμένων» ταμειακών μηχανών και της μη έκδοσης αποδείξεων σε τουριστικές περιοχές κατά τη διάρκεια της αιχμής της σεζόν, συνέβαλε καθοριστικά στο να φτάσει το ποσοστό στο 29,7%. Η ΑΑΔΕ εντόπισε χιλιάδες περιπτώσεις όπου οι επιχειρήσεις λειτουργούσαν με διπλά βιβλία, ένα για την εφορία και ένα για την πραγματική κερδοφορία.
Η Ψηφιακή Παγίδα και οι Αδυναμίες του Συστήματος
Το 2025 ήταν η χρονιά που το σύστημα MyData και η διασύνδεση των τερματικών POS υποτίθεται ότι θα έδιναν το τελειωτικό χτύπημα στη φοροδιαφυγή. Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδείχθηκε πιο περίπλοκη. Οι ψηφιακοί έλεγχοι επικεντρώθηκαν κυρίως στην τυπική συμμόρφωση και όχι στην ουσιαστική διασταύρωση των δαπανών με τα έσοδα. Πολλοί επαγγελματίες βρήκαν «παραθυράκια», όπως η χρήση ξένων τραπεζικών λογαριασμών (fintech apps) που δεν ήταν άμεσα ορατοί στις ελληνικές αρχές, ή η επιστροφή στην αποκλειστική χρήση μετρητών με το πρόσχημα «βλάβης» του συστήματος.
Επιπλέον, η έλλειψη προσωπικού στην ΑΑΔΕ για τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων επέτρεψε σε πολλούς να ρισκάρουν. Ο ψηφιακός έλεγχος, όσο εξελιγμένος και αν είναι, δεν μπορεί να αντικαταστήσει πλήρως τη φυσική παρουσία του ελεγκτή, ειδικά σε κλάδους όπου η παροχή υπηρεσίας είναι άυλη. Η στατιστική αύξηση στο 29,7% δείχνει ότι η φορολογική συνείδηση στην Ελλάδα παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, καθώς η φοροδιαφυγή αντιμετωπίζεται από πολλούς ως «μέσο επιβίωσης» απέναντι στην υψηλή φορολογία και τις ασφαλιστικές εισφορές.
Κοινωνικές και Οικονομικές Επιπτώσεις
Η αποτυχία περιορισμού της φοροδιαφυγής έχει άμεσο αντίκτυπο στην κοινωνική συνοχή. Τα διαφυγόντα κέρδη στερούν από το κράτος πόρους που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στην υγεία, την παιδεία και την ενίσχυση των υποδομών. Ταυτόχρονα, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: το κράτος, προκειμένου να καλύψει τις τρύπες του προϋπολογισμού, διατηρεί υψηλούς φορολογικούς συντελεστές, οι οποίοι με τη σειρά τους ωθούν περισσότερους πολίτες στη φοροδιαφυγή.
- Αύξηση του κόστους δανεισμού για το κράτος λόγω μειωμένων εσόδων.
- Άνιση κατανομή των βαρών, με τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους να πληρώνουν το μάρμαρο.
- Στρέβλωση του ανταγωνισμού, καθώς οι νομοταγείς επιχειρήσεις δυσκολεύονται να επιβιώσουν απέναντι σε όσους φοροδιαφεύγουν.
Για το 2026, οι προκλήσεις παραμένουν τεράστιες. Η κυβέρνηση προσανατολίζεται σε ακόμη πιο αυστηρά μέτρα, όπως ο περιορισμός των μετρητών ακόμη και για μικροσυναλλαγές κάτω των 100 ευρώ και η χρήση προηγμένων αλγορίθμων τεχνητής νοημοσύνης που θα αναλύουν το lifestyle των φορολογουμένων σε σχέση με τα δηλωθέντα εισοδήματά τους. Ωστόσο, χωρίς μια ριζική αλλαγή στην κουλτούρα και μια δίκαιη φορολογική κλίμακα, οι ψηφιακοί «αστυνόμοι» ίσως συνεχίσουν να κυνηγούν σκιές.