Η δημοσιοποίηση της Παγκόσμιας Επετηρίδας Ανταγωνιστικότητας (World Competitiveness Yearbook) για το 2025 από το International Institute for Management Development (IMD) της Ελβετίας λειτούργησε ως μια ψυχρολουσία για το αφήγημα της «ελληνικής επιτυχίας». Η Ελλάδα, παρά τις προσπάθειες ψηφιοποίησης και τις κατά καιρούς θριαμβολογίες για την προσέλκυση επενδύσεων, υποχώρησε στην 50ή θέση ανάμεσα σε 69 οικονομίες, χάνοντας σημαντικό έδαφος σε σχέση με τα προηγούμενα έτη. Η πτώση αυτή δεν είναι απλώς ένας αριθμός, αλλά μια αντανάκλαση των χρόνιων παθογενειών που συνεχίζουν να κρατούν την ελληνική οικονομία δέσμια ενός μοντέλου που αδυνατεί να ακολουθήσει τις ταχύτητες του παγκόσμιου ανταγωνισμού.

Οι Τέσσερις Πυλώνες και η Ελληνική Υστέρηση

Η κατάταξη του IMD βασίζεται σε τέσσερις κεντρικούς πυλώνες: την Οικονομική Αποδοτικότητα, την Κυβερνητική Αποτελεσματικότητα, την Επιχειρηματική Αποδοτικότητα και τις Υποδομές. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η υποχώρηση ήταν οριζόντια, με την Κυβερνητική Αποτελεσματικότητα να αποτελεί το «μαύρο πρόβατο» της έκθεσης. Παρά την εισαγωγή ψηφιακών εργαλείων όπως το Gov.gr, η γραφειοκρατία παραμένει ένας ανυπέρβλητος σκόπελος. Η πολυπλοκότητα της νομοθεσίας, η αργή απονομή δικαιοσύνης και η αστάθεια του φορολογικού συστήματος δημιουργούν ένα περιβάλλον ανασφάλειας για τους επενδυτές.

Στον τομέα της Οικονομικής Αποδοτικότητας, η Ελλάδα φαίνεται να πληρώνει το τίμημα της ακρίβειας και του υψηλού κόστους ενέργειας. Ενώ ο τουρισμός συνεχίζει να προσφέρει ανάσες, η έλλειψη παραγωγικής βάσης και η εξάρτηση από τις εισαγωγές καθιστούν την οικονομία ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς. Η έκθεση επισημαίνει ότι η βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών, όπως το έλλειμμα, δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα αν δεν συνοδεύεται από δομικές μεταρρυθμίσεις που διευκολύνουν την καθημερινότητα των επιχειρήσεων.

Το Φάντασμα της Γραφειοκρατίας και η Δικαιοσύνη

Ίσως το πιο απογοητευτικό στοιχείο της φετινής κατάταξης είναι η επιβεβαίωση ότι η Ελλάδα παραμένει «πρωταθλήτρια» στη γραφειοκρατία. Η ψηφιοποίηση, αν και απαραίτητη, φαίνεται πως σε πολλές περιπτώσεις απλώς «ψηφιοποίησε» τη γραφειοκρατία αντί να την καταργήσει. Οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν δαιδαλώδεις διαδικασίες για την αδειοδότηση, ενώ η επικοινωνία με τις δημόσιες υπηρεσίες παραμένει προβληματική.

«Η ανταγωνιστικότητα δεν είναι αγώνας δρόμου, αλλά μαραθώνιος θεσμικών αλλαγών. Η Ελλάδα φαίνεται να έχει μείνει από δυνάμεις στα μισά της διαδρομής», αναφέρουν αναλυτές του κλάδου.

Η αργή απονομή δικαιοσύνης αποτελεί το δεύτερο μεγάλο αγκάθι. Η Ελλάδα κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις παγκοσμίως όσον αφορά τον χρόνο που απαιτείται για την επίλυση εμπορικών διαφορών. Αυτό λειτουργεί ως αποτρεπτικός παράγοντας για σοβαρές ξένες άμεσες επενδύσεις (FDI), καθώς καμία πολυεθνική εταιρεία δεν επιθυμεί να εμπλακεί σε δικαστικές διαμάχες που μπορεί να διαρκέσουν πάνω από μια δεκαετία. Χωρίς μια ριζική μεταρρύθμιση στο δικαστικό σύστημα, η άνοδος στην κλίμακα της ανταγωνιστικότητας θα παραμείνει ένα άπιαστο όνειρο.

Επιχειρηματική Αποδοτικότητα και Ανθρώπινο Κεφάλαιο

Στον πυλώνα της Επιχειρηματικής Αποδοτικότητας, η Ελλάδα αντιμετωπίζει το παράδοξο του «Brain Drain» και της ταυτόχρονης έλλειψης εξειδικευμένου προσωπικού. Ενώ χιλιάδες νέοι επιστήμονες έχουν εγκαταλείψει τη χώρα, οι ελληνικές επιχειρήσεις δηλώνουν αδυναμία να βρουν στελέχη με τις απαραίτητες δεξιότητες για την ψηφιακή μετάβαση. Η σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας παραμένει ασθενής, και οι επενδύσεις στην έρευνα και ανάπτυξη (R&D) από τον ιδιωτικό τομέα είναι ακόμα χαμηλές σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Επιπλέον, το κόστος κεφαλαίου για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις παραμένει δυσβάσταχτο. Οι ελληνικές τράπεζες, παρά την εξυγίανση των ισολογισμών τους, συνεχίζουν να τηρούν μια ιδιαίτερα συντηρητική στάση στις χρηματοδοτήσεις, αφήνοντας ένα μεγάλο κομμάτι της υγιούς επιχειρηματικότητας χωρίς τα απαραίτητα κεφάλαια για επέκταση και εκσυγχρονισμό. Αυτό δημιουργεί μια οικονομία δύο ταχυτήτων: από τη μία πλευρά λίγοι μεγάλοι όμιλοι με πρόσβαση σε διεθνείς αγορές κεφαλαίου και από την άλλη χιλιάδες ΜμΕ που παλεύουν για την επιβίωση.

Συμπεράσματα και Προοπτικές

Η πτώση στην 50ή θέση της παγκόσμιας κατάταξης πρέπει να αποτελέσει ένα ηχηρό καμπανάκι για την ελληνική κυβέρνηση και τον επιχειρηματικό κόσμο. Η χώρα δεν μπορεί να στηρίζεται αέναα στην κατανάλωση και τον τουρισμό. Απαιτείται μια επαναξιολόγηση των προτεραιοτήτων με έμφαση στην παραγωγή, την καινοτομία και, κυρίως, τη θεσμική θωράκιση. Η μείωση της φορολογίας και των ασφαλιστικών εισφορών, η πραγματική απλούστευση των διαδικασιών και η επιτάχυνση της δικαιοσύνης δεν είναι πλέον επιλογές, αλλά προϋποθέσεις επιβίωσης σε ένα διεθνές περιβάλλον που μεταβάλλεται ραγδαία. Αν η Ελλάδα δεν καταφέρει να αντιστρέψει αυτή την πορεία, κινδυνεύει να εγκλωβιστεί στην περιφέρεια της ευρωπαϊκής οικονομίας, ως ένας απλός παροχέας υπηρεσιών χαμηλής προστιθέμενης αξίας.