Σε μια κίνηση που θυμίζει τις πιο σκληρές εποχές της «διπλωματίας των κανονιοφόρων», αλλά μεταφερμένη στο σύγχρονο χρηματοπιστωτικό πεδίο, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών υπό τον Ντόναλντ Τραμπ προχώρησε στο πάγωμα κεφαλαίων ύψους 500 εκατομμυρίων δολαρίων που προορίζονταν για το Ιράκ. Η απόφαση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια γραφειοκρατική καθυστέρηση, αλλά μια σαφή πράξη οικονομικού εξαναγκασμού, η οποία στοχεύει στην καρδιά της ιρακινής κυριαρχίας και στην εύθραυστη ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή.
Η Εργαλειοποίηση του Δολαρίου
Το Ιράκ βρίσκεται σε μια μοναδική, όσο και επικίνδυνη, οικονομική εξάρτηση από τις ΗΠΑ. Από την εισβολή του 2003 και μετά, τα έσοδα της χώρας από τις πωλήσεις πετρελαίου κατατίθενται σε λογαριασμό στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Νέας Υόρκης (Federal Reserve Bank of New York). Αυτή η ρύθμιση, που αρχικά σχεδιάστηκε για να προστατεύσει τα ιρακινά κεφάλαια από διεθνείς διεκδικήσεις, έχει μετατραπεί σε μια «θηλιά» που η Ουάσινγκτον μπορεί να σφίξει ανά πάσα στιγμή.
Το πάγωμα των 500 εκατομμυρίων δολαρίων αποτελεί το τελευταίο επεισόδιο σε μια μακρά σειρά πιέσεων. Η Ουάσινγκτον υποστηρίζει ότι η κίνηση αυτή είναι απαραίτητη για να διασφαλιστεί ότι τα δολάρια δεν καταλήγουν σε οντότητες που συνδέονται με το Ιράν ή σε παραστρατιωτικές ομάδες (Hashd al-Shaabi) που δρουν εντός του Ιράκ. Ωστόσο, αναλυτές επισημαίνουν ότι ο πραγματικός στόχος είναι η άσκηση πίεσης στην κυβέρνηση της Βαγδάτης ώστε να απομακρυνθεί οριστικά από την τροχιά της Τεχεράνης.
«Το δολάριο δεν είναι πλέον μόνο ένα μέσο συναλλαγής, αλλά το πιο ισχυρό όπλο στο οπλοστάσιο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής», αναφέρει χαρακτηριστικά οικονομικός αναλυτής με έδρα τη Βαγδάτη.
Το Ιράν και η Ενεργειακή Εξάρτηση
Ένα από τα κύρια σημεία τριβής είναι η εξάρτηση του Ιράκ από το ιρανικό φυσικό αέριο και τον ηλεκτρισμό. Παρά τις κυρώσεις των ΗΠΑ προς το Ιράν, η Βαγδάτη λαμβάνει συνεχείς εξαιρέσεις (waivers) για να συνεχίσει τις εισαγωγές, καθώς χωρίς αυτές το ιρακινό δίκτυο ηλεκτροδότησης θα κατέρρεε, προκαλώντας μαζικές κοινωνικές αναταραχές. Η κυβέρνηση Τραμπ χρησιμοποιεί τώρα το πάγωμα των κεφαλαίων ως μοχλό για να αναγκάσει το Ιράκ να υπογράψει συμβόλαια με αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες, όπως η GE και η Honeywell, επιδιώκοντας την «ενεργειακή ανεξαρτησία» της χώρας από το Ιράν.
Η στρατηγική αυτή, όμως, ενέχει τεράστιους κινδύνους. Η μείωση της ρευστότητας σε δολάρια στην ιρακινή αγορά οδηγεί αναπόφευκτα στην υποτίμηση του ιρακινού δηναρίου. Αυτό σημαίνει αύξηση των τιμών στα βασικά αγαθά, τα οποία στην πλειονότητά τους εισάγονται, πλήττοντας άμεσα τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Η ιστορία έχει δείξει ότι η οικονομική εξαθλίωση στο Ιράκ αποτελεί το καλύτερο «φυτώριο» για τον εξτρεμισμό και την αστάθεια.
Γεωπολιτικές Προεκτάσεις και ο Ρόλος της Κίνας
Η πίεση των ΗΠΑ μπορεί να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο. Αντί η Βαγδάτη να υποκύψει, ενδέχεται να αναζητήσει εναλλακτικές συμμαχίες. Ήδη, η Κίνα παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, προσφέροντας επενδύσεις σε υποδομές με αντάλλαγμα πετρέλαιο, μέσω της συμφωνίας «Oil-for-Construction». Εάν οι ΗΠΑ συνεχίσουν να χρησιμοποιούν το χρηματοπιστωτικό σύστημα ως εργαλείο τιμωρίας, το Ιράκ ίσως αναγκαστεί να επιταχύνει τη διαδικασία «αποδολαριοποίησης» των συναλλαγών του, στρεφόμενο προς το γιουάν ή άλλα νομίσματα.
- Η μείωση των δολαρίων προκαλεί πληθωρισμό και κοινωνική οργή.
- Η Βαγδάτη βρίσκεται ανάμεσα στις απαιτήσεις των ΗΠΑ και την εγγύτητα με το Ιράν.
- Ο κίνδυνος κατάρρευσης της ιρακινής οικονομίας απειλεί τη σταθερότητα όλης της περιοχής.
- Η Κίνα και η Ρωσία παραμονεύουν για να καλύψουν το κενό επιρροής.
Συμπερασματικά, το πάγωμα των 500 εκατομμυρίων δολαρίων είναι ένα σαφές μήνυμα ότι η Ουάσινγκτον δεν διστάζει να θυσιάσει την οικονομική σταθερότητα ενός συμμάχου της προκειμένου να εξυπηρετήσει ευρύτερους γεωπολιτικούς στόχους. Η επόμενη ημέρα για το Ιράκ προμηνύεται δύσκολη, καθώς η χώρα καλείται να επιβιώσει σε έναν κόσμο όπου το χρήμα είναι το νέο πεδίο μάχης.