Σε μια περίοδο που η Ευρωπαϊκή Ένωση πασχίζει να βρει τον βηματισμό της στην παγκόσμια ψηφιακή αρένα, μια νέα έκθεση της KPMG έρχεται να ρίξει «βόμβα» στα θεμέλια της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας. Η μελέτη, η οποία εκπονήθηκε για λογαριασμό της Ένωσης Ευρωπαίων Διαχειριστών Δικτύων Τηλεπικοινωνιών (ETNO), αποκαλύπτει ότι η πλήρης απομάκρυνση των «προμηθευτών υψηλού κινδύνου» —ένας όρος που φωτογραφίζει κυρίως τις κινεζικές Huawei και ZTE— από τις κρίσιμες υποδομές 5G θα μπορούσε να κοστίσει στην ευρωπαϊκή οικονομία το αστρονομικό ποσό των 400 δισεκατομμυρίων δολαρίων μέσα στην επόμενη πενταετία.
Η ανατομία ενός οικονομικού σοκ
Το κόστος αυτό δεν περιορίζεται μόνο στην άμεση αντικατάσταση του εξοπλισμού. Η KPMG αναλύει το πλήγμα σε τρία επίπεδα: το άμεσο κόστος κεφαλαιουχικών δαπανών (CAPEX), τις καθυστερήσεις στην ανάπτυξη των δικτύων νέας γενιάς και την απώλεια παραγωγικότητας για το σύνολο της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Η αντικατάσταση υφιστάμενων υποδομών που λειτουργούν άψογα, μόνο και μόνο λόγω γεωπολιτικών ανησυχιών, αναγκάζει τους τηλεπικοινωνιακούς παρόχους να εκτρέψουν κεφάλαια που προορίζονταν για καινοτομία προς τη συντήρηση και την αναδρομική προσαρμογή.
Σύμφωνα με την έκθεση, η Ευρώπη βρίσκεται ήδη πίσω από τις ΗΠΑ και την Κίνα στην κάλυψη 5G και στην υιοθέτηση προηγμένων βιομηχανικών εφαρμογών. Το «μπλόκο» στον κινεζικό εξοπλισμό αναμένεται να διευρύνει αυτό το χάσμα. Η KPMG εκτιμά ότι οι καθυστερήσεις στην ανάπτυξη του 5G θα μπορούσαν να στερήσουν από την ΕΕ σημαντικό μέρος της δυνητικής αύξησης του ΑΕΠ της, καθώς κλάδοι όπως η αυτόνομη οδήγηση, η έξυπνη μεταποίηση και η τηλεϊατρική θα παραμείνουν στάσιμοι λόγω έλλειψης υποδομών.
Γεωπολιτική vs Οικονομία: Το δίλημμα των Βρυξελλών
Η απόφαση για τον περιορισμό της Huawei και της ZTE δεν ελήφθη σε κενό αέρος. Αποτελεί προϊόν έντονων πιέσεων από την Ουάσιγκτον, η οποία επικαλείται κινδύνους εθνικής ασφάλειας και πιθανότητα κατασκοπείας από το Πεκίνο. Ωστόσο, η Ευρώπη βρίσκεται σε μια πολύ πιο περίπλοκη θέση από τις ΗΠΑ. Ενώ οι ΗΠΑ έχουν ελάχιστη εξάρτηση από κινεζικό εξοπλισμό στα δίκτυά τους, οι ευρωπαϊκοί πάροχοι έχουν χτίσει το 4G και το πρώιμο 5G τους πάνω σε κινεζική τεχνολογία, η οποία θεωρείται συχνά πιο προηγμένη και οικονομικά αποδοτική από τις εναλλακτικές των Ericsson και Nokia.
«Η ψηφιακή κυριαρχία έχει ένα τίμημα που η Ευρώπη ίσως δεν είναι έτοιμη να πληρώσει, ειδικά σε μια εποχή που η οικονομική της ανάπτυξη είναι ήδη αναιμική», αναφέρει η έκθεση.
Η μείωση του αριθμού των προμηθευτών από τρεις (Huawei, Ericsson, Nokia) σε δύο, δημιουργεί ένα ντε φάκτο ολιγοπώλιο που οδηγεί σε αύξηση των τιμών. Χωρίς τον ανταγωνισμό από την Κίνα, το κόστος του εξοπλισμού για τους Ευρωπαίους παρόχους αναμένεται να αυξηθεί κατακόρυφα, επιβαρύνοντας τελικά τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις μέσω υψηλότερων τιμολογίων τηλεφωνίας και δεδομένων.
Οι επιπτώσεις στην καινοτομία και το μέλλον
Πέρα από τους αριθμούς, υπάρχει ο κίνδυνος του τεχνολογικού κατακερματισμού. Η Κίνα παραμένει ο παγκόσμιος ηγέτης στις πατέντες 5G και 6G. Αποκλείοντας τους κορυφαίους παίκτες της, η Ευρώπη κινδυνεύει να απομονωθεί από το οικοσύστημα καινοτομίας που διαμορφώνεται στην Ασία. Επιπλέον, η μελέτη της KPMG επισημαίνει ότι η βεβιασμένη απομάκρυνση εξοπλισμού αυξάνει τον κίνδυνο τεχνικών αστοχιών και διακοπών στις υπηρεσίες, καθώς η ενσωμάτωση διαφορετικών τεχνολογιών (interoperability) από νέους προμηθευτές είναι μια εξαιρετικά περίπλοκη διαδικασία.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον στους διαδρόμους της Κομισιόν είναι αν η ασφάλεια —η οποία παραμένει σε μεγάλο βαθμό θεωρητική, καθώς δεν έχουν παρουσιαστεί δημόσια αποδείξεις για «κερκόπορτες» στον εξοπλισμό— αξίζει μια θυσία 400 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Για πολλές χώρες της ΕΕ, ειδικά στην Ανατολική και Νότια Ευρώπη, το κόστος αυτό είναι δυσβάσταχτο, οδηγώντας σε μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων: εκείνες που μπορούν να αντικαταστήσουν τον εξοπλισμό και εκείνες που θα παραμείνουν με παρωχημένα δίκτυα για την επόμενη δεκαετία.