Η διεθνής διπλωματική σκηνή παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τις εξελίξεις —ή μάλλον την έλλειψη αυτών— στις σχέσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Καθώς διανύουμε το πρώτο μισό του 2026, η ελπίδα για μια αναβίωση της πυρηνικής συμφωνίας του 2015 (JCPOA) μοιάζει πλέον με μακρινή ανάμνηση, θαμμένη κάτω από στρώματα νέων κυρώσεων, περιφερειακών συγκρούσεων και μιας αδιαλλαξίας που πηγάζει από την εσωτερική πολιτική και των δύο χωρών. Η επιστροφή του Donald Trump στον Λευκό Οίκο έχει ανατρέψει τις ισορροπίες, επαναφέροντας τη στρατηγική της «μέγιστης πίεσης», αλλά αυτή τη φορά με νέα, πιο περίπλοκα δεδομένα.
Ο Παράγοντας Trump και η Στρατηγική της «Μέγιστης Πίεσης 2.0»
Η επανεκλογή του Donald Trump το 2024 αποτέλεσε το σημείο καμπής που πολλοί αναλυτές φοβούνταν. Σε αντίθεση με την κυβέρνηση Biden, η οποία επιχείρησε —αν και διστακτικά— να βρει μια μέση οδό μέσω έμμεσων συνομιλιών στο Κατάρ και το Ομάν, η τρέχουσα διοίκηση έχει υιοθετήσει μια στάση που δεν αφήνει περιθώρια για συμβιβασμούς. Η λογική της Ουάσιγκτον είναι σαφής: το Ιράν πρέπει να αποδυναμωθεί οικονομικά σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αναγκαστεί να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων όχι μόνο για το πυρηνικό του πρόγραμμα, αλλά και για το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων του και τη στήριξη των πληρεξουσίων του (proxies) στην περιοχή.
«Δεν διαπραγματευόμαστε με ένα καθεστώς που χρηματοδοτεί την τρομοκρατία ενώ ταυτόχρονα εμπλουτίζει ουράνιο σε επίπεδα όπλων», δήλωσε πρόσφατα υψηλόβαθμος αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Αυτή η προσέγγιση, ωστόσο, έχει οδηγήσει σε ένα επικίνδυνο αδιέξοδο. Η Τεχεράνη, υπό την ηγεσία των σκληροπυρηνικών που ελέγχουν πλέον πλήρως το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο των Φρουρών, απαντά με την «πολιτική της αντίστασης». Αντί να υποχωρήσει, το Ιράν έχει επιταχύνει τον εμπλουτισμό ουρανίου, περιορίζοντας ταυτόχρονα την πρόσβαση των επιθεωρητών του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (IAEA) στις εγκαταστάσεις του.
Ο Φάκελος «Λίβανος» και η Σκιά της Χεζμπολάχ
Ένας από τους κύριους λόγους που η συμφωνία έχει «κολλήσει» είναι η κατάσταση στον Λίβανο. Η Χεζμπολάχ, ο ισχυρότερος σύμμαχος του Ιράν στην περιοχή, βρίσκεται σε μια διαρκή κατάσταση χαμηλής έντασης (και συχνά υψηλής) σύγκρουσης με το Ισραήλ. Για τις ΗΠΑ, οποιαδήποτε ελάφρυνση των κυρώσεων προς το Ιράν θεωρείται έμμεση χρηματοδότηση της Χεζμπολάχ, κάτι που το Κογκρέσο —και ειδικά οι Ρεπουμπλικάνοι— αρνείται κατηγορηματικά να αποδεχθεί.
- Η στρατιωτική εμπλοκή της Χεζμπολάχ στα βόρεια σύνορα του Ισραήλ.
- Η πολιτική παράλυση στη Βηρυτό, την οποία η Ουάσιγκτον αποδίδει στην επιρροή της Τεχεράνης.
- Η χρήση του Λιβάνου ως διαμετακομιστικού κόμβου για ιρανικά οπλικά συστήματα προς τη Συρία.
Το Ιράν, από την πλευρά του, χρησιμοποιεί την επιρροή του στον Λίβανο ως διαπραγματευτικό χαρτί. Η Τεχεράνη διαμηνύει ότι η σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο περνά μέσα από την αναγνώριση του ρόλου της ως περιφερειακής δύναμης. Αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: οι ΗΠΑ ζητούν τον περιορισμό της Χεζμπολάχ για να προχωρήσουν σε συμφωνία, και το Ιράν αρνείται να περιορίσει τη Χεζμπολάχ χωρίς προηγούμενη άρση των κυρώσεων.
Τα Δεσμευμένα Assets και ο Οικονομικός «Ομηρία»
Το τρίτο και ίσως πιο ακανθώδες ζήτημα αφορά τα δισεκατομμύρια δολάρια του Ιράν που παραμένουν δεσμευμένα σε τράπεζες ανά τον κόσμο, κυρίως στη Νότια Κορέα, την Ιαπωνία και το Ιράκ, λόγω των αμερικανικών κυρώσεων. Η προηγούμενη συμφωνία για την απελευθέρωση 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων μέσω του Κατάρ για ανθρωπιστικούς σκοπούς έχει ουσιαστικά «παγώσει» από την κυβέρνηση Trump, προκαλώντας την οργή της Τεχεράνης.
Για το Ιράν, τα χρήματα αυτά είναι ζωτικής σημασίας για τη στήριξη της καταρρέουσας οικονομίας του και του εθνικού νομίσματος, του ριάλ. Η Ουάσιγκτον, ωστόσο, φοβάται ότι τα κεφάλαια αυτά θα εκτραπούν για στρατιωτικούς σκοπούς. Η έλλειψη εμπιστοσύνης είναι απόλυτη. Το γεγονός ότι το Ιράν απαιτεί εγγυήσεις πως καμία μελλοντική κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν θα αποχωρήσει ξανά από μια πιθανή συμφωνία —κάτι που νομικά είναι αδύνατο για την αμερικανική εκτελεστική εξουσία να υποσχεθεί— καθιστά το οικονομικό σκέλος της διαπραγμάτευσης μια άλυτη εξίσωση.
Συμπέρασμα: Προς μια Νέα Κανονικότητα Αστάθειας;
Η τρέχουσα κατάσταση δείχνει ότι ούτε η Ουάσιγκτον ούτε η Τεχεράνη επιθυμούν έναν ολοκληρωτικό πόλεμο, αλλά καμία πλευρά δεν είναι διατεθειμένη να κάνει το πρώτο βήμα υποχώρησης που θα θεωρηθεί «ήττα» στο εσωτερικό της. Το αποτέλεσμα είναι μια επικίνδυνη στασιμότητα. Με το Ιράν να πλησιάζει στο κατώφλι της πυρηνικής δύναμης και τις ΗΠΑ να ενισχύουν την παρουσία τους στον Κόλπο, ο κίνδυνος ενός ατυχήματος ή μιας λανθασμένης εκτίμησης είναι μεγαλύτερος από ποτέ. Η συμφωνία δεν έχει απλώς «κολλήσει»· έχει γίνει όμηρος μιας βαθιάς γεωπολιτικής δυσπιστίας που υπερβαίνει τα πυρηνικά όπλα και αγγίζει την ίδια τη δομή της ισχύος στη Μέση Ανατολή.