Η ανακοίνωση της οριστικοποίησης της συμφωνίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών για την επιβολή ενός οριζόντιου δασμού 15% σε κρίσιμους τομείς της βιομηχανίας σηματοδοτεί μια νέα, αν και αμφίρροπη, εποχή στις διατλαντικές σχέσεις. Μετά από χρόνια έντονων διαπραγματεύσεων, δικαστικών διαμαχών στον ΠΟΕ και εκατέρωθεν απειλών για αντίποινα, οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες της Δύσης φαίνεται να επιλέγουν τον δρόμο της «ελεγχόμενης αντιπαράθεσης» αντί της ολοκληρωτικής ρήξης. Ωστόσο, πίσω από τους πανηγυρισμούς των διπλωματών, κρύβεται ένας πολύπλοκος ιστός γεωπολιτικών σκοπιμοτήτων και οικονομικών προκλήσεων που απέχουν πολύ από το να έχουν επιλυθεί.
Η Αρχιτεκτονική του 15%: Συμβιβασμός ή Αναγκαίο Κακό;
Ο δασμός του 15%, ο οποίος θα εφαρμοστεί κυρίως στον χάλυβα, το αλουμίνιο και σε επιλεγμένα τεχνολογικά προϊόντα, δεν αποτελεί μια τυχαία επιλογή. Είναι το αποτέλεσμα μιας εξαντλητικής άσκησης ισορροπίας. Για την Ουάσιγκτον, ο δασμός αυτός λειτουργεί ως ανάχωμα στην εισαγωγή φθηνών πρώτων υλών που απειλούν την εγχώρια παραγωγή, διατηρώντας παράλληλα το πνεύμα του «America First» που, παρά τις αλλαγές στις κυβερνήσεις, παραμένει στον πυρήνα της αμερικανικής οικονομικής στρατηγικής. Για τις Βρυξέλλες, είναι το τίμημα που πρέπει να καταβληθεί για να αποφευχθούν οι καταστροφικοί δασμοί που απειλούσαν την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία και τα αγροτικά προϊόντα.
Η συμφωνία αυτή έρχεται σε μια στιγμή που η παγκόσμια οικονομία αναζητά σταθερές. Οι εφοδιαστικές αλυσίδες, που ακόμα ανακάμπτουν από τις κρίσεις των προηγούμενων ετών, δεν θα άντεχαν έναν νέο γύρο δασμολογικών αντιποίνων. Η «συμφωνία του 15%» προσφέρει στις επιχειρήσεις αυτό που έχουν περισσότερο ανάγκη: προβλεψιμότητα. Παρόλα αυτά, το κόστος αυτής της σταθερότητας θα μετακυλιστεί τελικά στον καταναλωτή, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις σε μια περίοδο που τα νοικοκυριά πιέζονται ήδη σημαντικά.
Ο Παράγοντας «Κίνα» και η Στρατηγική Αυτονομία
Δεν μπορεί κανείς να αναλύσει τη συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ χωρίς να κοιτάξει προς την Ανατολή. Η κοινή ανησυχία για την οικονομική κυριαρχία της Κίνας λειτούργησε ως ο καταλύτης που έφερε τις δύο πλευρές στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Η Δύση επιχειρεί να δημιουργήσει ένα «οικονομικό φρούριο», όπου οι κανόνες του παιχνιδιού ορίζονται από κοινού, αποκλείοντας πρακτικές κρατικών επιδοτήσεων που χρησιμοποιεί το Πεκίνο. Η συμφωνία περιλαμβάνει ρήτρες για τη διαφάνεια των επιδοτήσεων και την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, τομείς στους οποίους ΕΕ και ΗΠΑ ταυτίζονται απόλυτα.
Ωστόσο, η Ευρώπη βρίσκεται σε μια λεπτή θέση. Ενώ επιθυμεί τη συμμαχία με τις ΗΠΑ, φοβάται την πλήρη εξάρτηση. Η έννοια της «Στρατηγικής Αυτονομίας» που προωθεί το Παρίσι και το Βερολίνο δοκιμάζεται σκληρά. Με τον δασμό του 15%, η ΕΕ παραχωρεί μέρος της διαπραγματευτικής της ισχύος, ελπίζοντας ότι σε αντάλλαγμα θα λάβει εξαιρέσεις από τον αμερικανικό νόμο για τη μείωση του πληθωρισμού (IRA), ο οποίος προσφέρει τεράστιες επιδοτήσεις στις αμερικανικές πράσινες επιχειρήσεις, θέτοντας σε κίνδυνο την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα.
Τα Ανοιχτά Μέτωπα: Πράσινη Μετάβαση και Ψηφιακός Φόρος
Παρά τη συμφωνία, τα «αγκάθια» παραμένουν πολλά. Το πρώτο μεγάλο μέτωπο είναι ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) της ΕΕ. Οι ΗΠΑ θεωρούν ότι ο φόρος άνθρακα που επιβάλλει η Ευρώπη στις εισαγωγές είναι ένας συγκεκαλυμμένος προστατευτισμός. Η Ουάσιγκτον πιέζει για εξαιρέσεις, υποστηρίζοντας ότι τα δικά της περιβαλλοντικά πρότυπα είναι εξίσου αυστηρά, έστω και αν δεν ακολουθούν το ίδιο νομικό πλαίσιο. Αν δεν βρεθεί κοινός τόπος, ο CBAM θα μπορούσε να τινάξει στον αέρα την τωρινή εκεχειρία.
Το δεύτερο μέτωπο αφορά τον ψηφιακό φόρο. Οι ευρωπαϊκές χώρες επιμένουν στην επιβολή φόρων στους αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς (Big Tech) που δραστηριοποιούνται στην επικράτειά τους χωρίς να αποδίδουν τα ανάλογα κέρδη. Η συμφωνία του 15% δεν αγγίζει αυτό το ζήτημα, αφήνοντάς το ως μια «ωρολογιακή βόμβα» στις διατλαντικές σχέσεις. Η Silicon Valley ασκεί έντονες πιέσεις στον Λευκό Οίκο να απαντήσει με νέους δασμούς αν η Ευρώπη προχωρήσει μονομερώς στην εφαρμογή αυτών των φόρων.
«Η συμφωνία αυτή δεν είναι το τέλος του δρόμου, αλλά η αρχή μιας νέας διαχείρισης των διαφορών μας. Σε έναν κατακερματισμένο κόσμο, η διατλαντική ενότητα κοστίζει, αλλά η διάσπαση θα κόστιζε πολύ περισσότερο.»
Συμπερασματικά, η συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ για τον δασμό 15% είναι μια νίκη του πραγματισμού έναντι της ιδεολογίας. Είναι μια αναγνώριση ότι καμία από τις δύο πλευρές δεν μπορεί να επιβιώσει μόνη της στον παγκόσμιο ανταγωνισμό με την Κίνα. Όμως, η «ανάσα» που προσφέρει στις επιχειρήσεις είναι προσωρινή. Τα δομικά προβλήματα της παραγωγικότητας στην Ευρώπη και του προστατευτισμού στις ΗΠΑ παραμένουν. Το αν αυτή η εκεχειρία θα εξελιχθεί σε μια μόνιμη ειρήνη ή αν θα αποτελέσει το προοίμιο μιας νέας σύγκρουσης, θα εξαρτηθεί από την ικανότητα των ηγετών να βρουν κοινό έδαφος στην πράσινη και ψηφιακή οικονομία του μέλλοντος.