Στην καρδιά των αστραφτερών μητροπόλεων της Κίνας, από τη Σαγκάη έως το Σενζέν, κάτι έχει αρχίσει να ραγίζει. Δεν πρόκειται για κάποια κατασκευαστική αστοχία ή μια χρηματιστηριακή φούσκα, αλλά για μια βαθιά, υπαρξιακή μετατόπιση στη συλλογική ψυχολογία της νέας γενιάς. Το φαινόμενο της «απραγίας», που εκφράζεται μέσα από τους όρους «Tangping» (ξαπλώνω επίπεδα) και «Bai Lan» (άσε το να σαπίσει), δεν είναι απλώς μια μόδα του διαδικτύου. Είναι μια κραυγή απόγνωσης και μια πράξη παθητικής αντίστασης απέναντι σε ένα σύστημα που υπόσχεται ευημερία αλλά παραδίδει εξάντληση.
Η Μετάβαση από την Ανέλιξη στην «Εντροπία»
Για δεκαετίες, το «Κινεζικό Όνειρο» βασιζόταν σε μια άρρητη συμφωνία: σκληρή δουλειά, ατελείωτες ώρες μελέτης και απόλυτη συμμόρφωση με αντάλλαγμα την κοινωνική άνοδο. Σήμερα, η συμφωνία αυτή μοιάζει να έχει ακυρωθεί μονομερώς. Οι νέοι Κινέζοι βρίσκονται αντιμέτωποι με το φαινόμενο του «Neijuan» ή «ενέλιξης» (involution). Πρόκειται για μια κατάσταση όπου ο ανταγωνισμός εντείνεται σε τέτοιο βαθμό που οι συμμετέχοντες πρέπει να καταβάλλουν όλο και μεγαλύτερη προσπάθεια απλώς και μόνο για να διατηρήσουν τη θέση τους, χωρίς καμία ελπίδα για πραγματική πρόοδο.
Το περίφημο εργασιακό μοντέλο «996» —εργασία από τις 9 π.μ. έως τις 9 μ.μ., έξι ημέρες την εβδομάδα— που κάποτε εξυμνήθηκε από ηγέτες της τεχνολογίας όπως ο Jack Ma, έχει μετατραπεί σε σύμβολο καταπίεσης. Η απάντηση της νεολαίας ήταν το «Tangping». Αντί για το κυνήγι του πλούτου και των ακινήτων που πλέον είναι απρόσιτα, οι νέοι επιλέγουν να κάνουν τα ελάχιστα δυνατά. Αρνούνται τον γάμο, την τεκνοποίηση και την καταναλωτική μανία, προτιμώντας μια ζωή χαμηλών προσδοκιών και ελάχιστης προσπάθειας.
Από το «Lying Flat» στο «Letting it Rot»
Αν το Tangping ήταν μια στάση αποχής, το «Bai Lan» είναι κάτι πολύ πιο σκοτεινό. Ο όρος, που προέρχεται από το μπάσκετ και περιγράφει μια ομάδα που εσκεμμένα χάνει έναν αγώνα επειδή δεν έχει ελπίδα νίκης, αντικατοπτρίζει μια μηδενιστική παραίτηση. «Αφού δεν μπορώ να αγοράσω σπίτι, αφού ο μισθός μου δεν καλύπτει τις βασικές μου ανάγκες, ας αφήσω τα πάντα να καταρρεύσουν», είναι η κεντρική ιδέα. Αυτή η ψυχολογία της «αποσύνθεσης» τρομάζει το Πεκίνο περισσότερο από κάθε διαδήλωση, καθώς υπονομεύει τη βάση της εθνικής παραγωγικότητας.
«Η γενιά μας δεν φοβάται τη σκληρή δουλειά· φοβάται τη ματαιότητα. Όταν βλέπεις ότι η προσπάθειά σου δεν μεταφράζεται σε ποιότητα ζωής, η μόνη ορθολογική επιλογή είναι η ακινησία», δηλώνει ένας 26χρονος απόφοιτος πληροφορικής στη Σαγκάη.
Η επίσημη αντίδραση της κινεζικής κυβέρνησης ήταν αρχικά επικριτική, με τα κρατικά μέσα ενημέρωσης να καλούν τους νέους να «φάνε πίκρα» (chi ku), μια παραδοσιακή έκφραση που σημαίνει να υπομένουν τις κακουχίες. Ωστόσο, η ρητορική αυτή φαίνεται να πέφτει στο κενό. Με την ανεργία των νέων στις αστικές περιοχές να αγγίζει επίπεδα ρεκόρ, η απλή ηθικολογία δεν αρκεί για να λύσει ένα δομικό οικονομικό πρόβλημα.
Μια Παγκόσμια Αντήχηση
Παρόλο που το φαινόμενο έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στην Κίνα λόγω της αυστηρής κοινωνικής δομής, οι ρίζες του είναι παγκόσμιες. Στη Δύση, είδαμε το κίνημα του «Quiet Quitting» (Σιωπηλή Παραίτηση), όπου οι εργαζόμενοι κάνουν μόνο όσα προβλέπει το συμβόλαιό τους. Στην Ιαπωνία υπάρχει η «Γενιά Satori» που απαρνείται τον υλισμό, και στη Νότια Κορέα η «Γενιά Sampo» που εγκαταλείπει τις σχέσεις και την οικογένεια.
Το κοινό νήμα είναι η κατάρρευση της πίστης στην αξιοκρατία. Όταν η τεχνολογική πρόοδος και η τεχνητή νοημοσύνη υπόσχονται αφθονία, αλλά ο μέσος εργαζόμενος νιώθει όλο και πιο ανασφαλής, η κοινωνική συνοχή δοκιμάζεται. Η «απραγία» δεν είναι τεμπελιά· είναι μια αναπροσαρμογή των προτεραιοτήτων σε έναν κόσμο που μοιάζει να έχει χάσει το μέτρο. Η Κίνα αποτελεί το εργαστήριο αυτής της κρίσης, αλλά τα αποτελέσματα αφορούν ολόκληρο τον πλανήτη.
Οικονομικές και Κοινωνικές Επιπτώσεις
Οι συνέπειες αυτού του φαινομένου είναι ήδη ορατές στην κινεζική οικονομία. Η υποτονική εγχώρια κατανάλωση, η οποία αποτελεί κεντρικό πυλώνα του νέου μοντέλου ανάπτυξης του Πεκίνου, συνδέεται άμεσα με την άρνηση των νέων να συμμετάσχουν στο «κυνήγι του πλούτου». Επιπλέον, η δημογραφική κρίση επιδεινώνεται, καθώς το Tangping λειτουργεί ως το απόλυτο αντισυλληπτικό. Αν η νεολαία της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου αποφασίσει να «παραιτηθεί», οι αλυσίδες εφοδιασμού και η παγκόσμια ανάπτυξη θα βρεθούν μπροστά σε μια πρωτοφανή πρόκληση.
Συμπερασματικά, το φαινόμενο της απραγίας αναγκάζει τις κοινωνίες να επανεξετάσουν τη σχέση τους με την εργασία. Η τεχνητή νοημοσύνη και η αυτοματοποίηση θα μπορούσαν θεωρητικά να προσφέρουν τη λύση, απελευθερώνοντας τον άνθρωπο από την επαναλαμβανόμενη μόχθηση. Ωστόσο, χωρίς μια νέα κοινωνική σύμβαση που να διασφαλίζει τη δίκαιη κατανομή των οφελών, η «απραγία» θα παραμείνει η μόνη μορφή ελευθερίας για μια γενιά που νιώθει εγκλωβισμένη στο μέλλον.